Την υποχρεωτική «Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή» όλων των οικοδομών/κτηρίων προτείνει ο έγκριτος πραγματογνώμων, κ. Παναγιώτης Στρατής, Οικονομολόγος, Μέτοχος του Γραφείου Πραγματογνωμόνων «Πασκάλ & Στρατής Α.Ε.», αναλύοντας τα κενά του άρθρου 19 του Εθνικού Κλιματικού Νόμου.

Stratis Panagiotis

Το Σχέδιο Νόμου και οι σκοποί του

Στις 24 Νοεμβρίου τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας: «Εθνικός Κλιματικός Νόμος – Μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα και προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή».

Ο σκοπός του νόμου, όπως δηλώνεται, είναι η «βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας» και η «διασφάλιση της σταδιακής μετάβασης της χώρας, έως το 2050, σε κλιματική ουδετερότητα με τον πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμο, κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο». Τα θεσπιζόμενα μέτρα διακηρύσσεται ότι στοχεύουν στον «μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και «τη μείωση των εκπομπών και την αύξηση των απορροφήσεων, διασφαλίζοντας την ασφάλεια δικαίου στους επενδυτές, καθώς και την ομαλή μετάβαση της οικονομίας στην κλιματική ουδετερότητα».

Τα παραπάνω εξειδικεύονται στο άρθρο 2, όπου εκτίθεται το «αντικείμενο» του Νόμου, ενώ στο άρθρο 10 εκτίθενται τα «γενικά μέτρα πολιτικής» για την επίτευξη των στόχων του Νόμου.

…και ξαφνικά: το άρθρο 19

Ύστερα από τα παραπάνω, το ίδιο Σχέδιο Νόμου μάλλον ξαφνιάζει, με τις διατάξεις του άρθρου 19, που επιγράφεται: «Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή» και έχει ως ακολούθως:

Από το 2025, τα νέα κτήρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας υπό την έννοια της παρ. 2 ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτηρίου.

Ως ζώνες υψηλής τρωτότητας θεωρούνται οι περιοχές που βρίσκονται:

α) Σε ζώνες δυνητικά υψηλού κινδύνου πλημμύρας, όπως αποτυπώνονται στους χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 5 της υπό στοιχεία 31822/1542/Ε103/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 1108) και εμπίπτουν στο σενάριο πλημμύρας υψηλής πιθανότητας,

β) πλησίον δασικών περιοχών που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς.
Οι περιοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του οικείου Γενικού Διευθυντή Δασών, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της δασικής βλάστησης, την πυκνότητά της, την απόσταση από τα κτήρια και τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ούτε λύνουν κάποιο πρόβλημα από όσα θέλει (κατά τις διακηρύξεις του) ο Νόμος να επιλύσει, ούτε εξυπηρετούν τους παραπάνω σκοπούς του Νόμου, ούτε το αντικείμενό του. Με… μεγάλη, δε, φαντασία θα θεωρούσε κανείς τις διατάξεις του άρθρου αυτού ως συμβατές με τα παραπάνω «γενικά μέτρα πολιτικής» του Κεφαλαίου Γ΄ του Σχεδίου Νόμου.

Ο χαρακτήρας και ο αληθινός σκοπός του άρθρου 19

Ποιος, λοιπόν, είναι ο σκοπός των διατάξεων του άρθρου 19; Ο χαρακτήρας αυτού του ολιγόλογου άρθρου είναι στην πραγματικότητα μεταβατικός. Στοχεύει, όπως εκτιμούμε, στο να αντιμετωπίσει κυριολεκτικά “πυροσβεστικά” τις συνέπειες δύο μόνο εκφάνσεων της κλιματικής αλλαγής: τις επιπτώσεις των πυρκαγιών και των πλημμυρών. Άραγε, το επιτυγχάνει;

Υποχρεωτική «Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή»: Πολιτική βούληση υπάρχει;

Κενά που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν

Κατ’ αρχάς, το ολιγόλογο αυτό άρθρο αφήνει κενά που θα δυσχεράνουν την εφαρμογή του και δεν μπορούν να καλυφθούν ερμηνευτικά με βάση τη συνοδευτική Αιτιολογική Έκθεση, ούτε όμως συμπληρώνονται από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρου 28, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά στο άρθρο 19.

α. Ποια είναι τα «νέα κτήρια»;

Ειδικότερα, πρώτον, η παρ. 1 ορίζει ότι «Από το 2025 τα νέα κτήρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας υπό την έννοια της παρ. 2 ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτηρίου».

Ποια είναι τα «νέα κτήρια»; Τα κτήρια των οποίων η ανέγερση θα έχει περατωθεί έως το 2025 και, άρα, θα υποβάλουν από τότε και στο εξής αίτηση νέας παροχής ρεύματος ή μήπως είναι (και) τα κτήρια των οποίων η ανέγερση θα ξεκινήσει το 2025 και θα χρειασθούν παροχή εργοστασιακού ρεύματος;

β. Το σχετικό «ασφαλιστήριο»

Δεύτερον, το άρθρο 19 δεν αναφέρει καμία προϋπόθεση αναφορικά με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και, συγκεκριμένα, τα επί μέρους στοιχεία έκδοσής του. Τα βασικά στοιχεία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως το ασφαλισμένο κεφάλαιο, οι ασφαλισμένοι κίνδυνοι κ.λπ. δεν είναι άγνωστα. Επομένως, γιατί δεν προβλέπεται κάτι συναφές στο Σχέδιο Νόμου;

γ. Ποια Υπηρεσία θα ελέγχει;

Τρίτον, το άρθρο 19 δεν προβλέπει (ούτε παρέχει κάποια συναφή νομοθετική εξουσιοδότηση στον Κανονιστικό Νομοθέτη σχετικά με) την Υπηρεσία που θα ελέγχει την πληρότητα και πιστότητα των στοιχείων έκδοσης τού εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε σχέση με το ασφαλιζόμενο ακίνητο, ούτε όμως και με τη διασφάλιση ανανέωσης ισχύος του ασφαλιστηρίου.

δ. Οι ζώνες υψηλής τρωτότητας: το μεγαλύτερο πρόβλημα του άρθρου

Τέταρτον, στην παρ. 2 του άρθρου 19 αφενός ορίζονται οι «ζώνες υψηλής τρωτότητας», αλλά και αφετέρου προβλέπεται ότι: όσα «νέα» κτήρια βρίσκονται σε αυτές τις περιοχές από το 2025 θα ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Τέτοιες ζώνες είναι οι περιοχές που εμφανίζουν «δυνητικά υψηλούς» κινδύνους από πλημμύρα και πυρκαγιά.

Ειδικά στην περίπτωση των ζωνών δυνητικά υψηλού κινδύνου πλημμύρας, στην υποπαράγραφο 2α του άρθρου 19 μνημονεύονται οι αποτυπωμένοι χάρτες επικινδυνότητας της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 31822/1542/Ε103/2010 που «εμπίπτουν στο σενάριο πλημμύρας υψηλής πιθανότητας». Από την άλλη, για τις δασικές περιοχές που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, η υποπαράγραφος 2β του άρθρου 19 επιτρέπει στον οικείο Γενικό Διευθυντή Δασών να κρίνει με απόφασή του ποιες θα είναι αυτές, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα περιγραφόμενα στην υποπαράγραφο αυτή δεδομένα.

Ας σταθούμε πρώτα στις περιοχές που θεωρούνται, με βάση την υποπαράγραφο 2α του άρθρου 19, ως ζώνες υψηλού κινδύνου πλημμύρας. Εδώ η Κ.Υ.Α. του 2010 κάθε άλλο παρά σύγχρονη μπορεί να θεωρηθεί, δεδομένου ότι η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι δύσκολα οι περιοχές αυτές μπορούν να προβλεφθούν. Μάλιστα, η συχνότητα επανάληψης πλημμυρικού φαινομένου στην ίδια περιοχή έχει συντομευθεί αισθητά, καθιστώντας τους αποτυπωμένους χάρτες, με συχνότητα επαναλήψεων, ανεπίκαιρους.

Η μεγάλη ασφαλιστική και αντασφαλιστική εταιρεία Allianz στην ιστοσελίδα της (με ανάρτηση 21 Οκτωβρίου 2021), περιγράφοντας τις εμπειρίες της από τις πολύ μεγάλες και καταστροφικές πλημμύρες σε Γερμανία, Βέλγιο και Ολλανδία τον Ιούλιο 2021, αναφέρει ότι είναι δύσκολο να προβλέψουμε το ακριβές σημείο που θα συμβούν. Επίσης, αναφέρει ότι «η ανάλυση των ιστορικών γεγονότων δείχνει ότι περίπου το 50% των απαιτήσεων για ζημιές από πλημμύρες εμφανίζεται έξω από μια χαρτογραφημένη πλημμυρική πεδιάδα ποταμού». Μάλιστα, κατά την εμπειρία της, οι απώλειες σε περιουσίες από ξαφνικές πλημμύρες σε ρέματα που προκαλούνται από έντονες βροχοπτώσεις, είναι συχνά μεγαλύτερες συγκριτικά με τις απώλειες σε περιουσίες δίπλα σε μεγάλα ποτάμια (σ.σ. μπορείτε να διαβάσετε μεταφρασμένο το εν λόγω άρθρο της Allianz στο τ. Δεκεμβρίου της «Α.Α.»).

Ας έρθουμε, όμως, και στις δασικές περιοχές που χαρακτηρίζονται, με βάση την υποπαράγραφο 2β του άρθρου 19, ως υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς. Αυτές –ας είμαστε και ρεαλιστές και λογικοί– πολύ δύσκολα θα οριοθετηθούν από τους Γενικούς Διευθυντές Δασών, λόγω του ότι η άναρχη δόμηση στην Ελλάδα έχει οδηγήσει τους οικισμούς να βρίσκονται, σχεδόν σε όλη την προσβάσιμη επικράτεια, εντός ή πλησίον δασικών περιοχών.

ε. Αν είναι σωστό, γιατί τότε το 2025 και όχι νωρίτερα;

Αλλά… εάν σήμερα τα πράγματα είναι δύσκολα και εάν το άρθρο 19 εξυπηρετεί κάποια επιτακτική πολιτική και κοινωνική ανάγκη (;), γιατί να μην εφαρμοστεί άμεσα; Γιατί επιλέχθηκε το έτος 2025 για την έναρξη ισχύος του; Μήπως λίγα φαινόμενα καταστροφικών πλημμυρών και πυρκαγιών έχουμε ήδη στη χώρα μας;

Οι ανάγκες: Οι κίνδυνοι και το κόστος τους

Είναι γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή είναι εδώ και οι κίνδυνοι που πηγάζουν από αυτήν ολοένα και αυξάνονται. Τα αποτελέσματά της έχουν οδηγήσει σε ζημιές και γενικά σε σοβαρότατες οικονομικές απώλειες παγκοσμίως.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπως παρατηρείται, «σε πολλές χώρες του κόσμου, οι ασφαλιστικές και, κυρίως, οι αντασφαλιστικές εταιρείες συνεργάζονται με κυβερνήσεις και φορείς του δημόσιου τομέα για την ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης του κινδύνου και την εξεύρεση τρόπων για τη χρηματοδότησή τους».

Άρα, ορθά έχει σημειωθεί ότι «ο ασφαλιστικός τομέας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα, τις επόμενες δύο δεκαετίες, να αναλάβει το αυξανόμενο κόστος ασφάλισης των φυσικών καταστροφών γενικά».

Υποχρεωτική «Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή»: Πολιτική βούληση υπάρχει;

Η απόπειρα αντιμετώπισης των αναγκών: συνεχίζοντας μια κακή (ή ανύπαρκτη) παράδοση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τι έκανε η χώρα μας; Δυστυχώς, συνεχίζοντας την κακή “παράδοση” της αντιμετώπισης της ιδιωτικής ασφάλισης από τους Έλληνες πολιτικούς διαχρονικά (για να μην πούμε, την ανύπαρκτη πολιτική) και την επίσης σπασμωδική κυριολεκτικά νομοθέτηση στην περίπτωση του Νόμου για την «κρατική αρωγή», το άρθρο 19 του εδώ εξεταζόμενου υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου εμφανίζει τα παραπάνω αρνητικά έως και επικίνδυνα μακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά.

Με το άρθρο 19 του εδώ εξεταζόμενου Σχεδίου Νόμου, ο Νομοθέτης θα αποφασίσει την υποχρεωτική ασφάλιση μιας πολύ μικρής κατηγορίας κτηρίων, ενώ λίγο νωρίτερα αποφάσισε την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για όλους τους καταστροφικούς κινδύνους στις ανασφάλιστες επιχειρήσεις, με τον Νόμο 4797/2021 για την «Κρατική Αρωγή», που κινείται εις βάρος της Ασφαλιστικής Αγοράς αλλά και του… εαυτού του, αφού το ίδιο το Κράτος με κεφάλαιο τον κρατικό προϋπολογισμό καλύπτει τους ανασφάλιστους.

Επομένως, έχουμε έτσι την Πολιτεία με δύο νομοθετικές πρωτοβουλίες να θεσπίζει αποσπασματικά και χωρίς καμία λογική ή συνέπεια δύο αντίθετες και αταίριαστες μεταξύ τους διαδικασίες.

Πιθανολόγηση των συνεπειών του άρθρου 19

Δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε ότι, με αφορμή ή κατά την εφαρμογή του άρθρου 19, είναι πολύ πιθανό (αν όχι βέβαιο) ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες που θα ασφαλίζουν (;) κτήρια σε, χαρακτηρισμένες από την ίδια την Πολιτεία, περιοχές υψηλού κινδύνου, είτε θα ζητούν ασφάλιστρα υψηλά, είτε θα επιβάλλουν ιδιαίτερα δυσμενείς όρους ή ακόμη θα αρνούνται την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης. Αυτό θα κάνει τους ανασφάλιστους πολίτες – ιδιοκτήτες άλλων (ομαλών – όχι τόσο επικίνδυνων) περιοχών να θεωρήσουν εσφαλμένα ότι είναι ασύμφορη η ασφάλιση κτηρίων. Κάτι τέτοιο, όμως, θα καταστρέψει κάθε προσπάθεια αύξησης της ασφαλιστικής συνείδησης των Ελλήνων.

Τι χρειάζεται

Κατά τη γνώμη μας, αντί να δημιουργούμε περισσότερα προβλήματα από όσα θέλουμε να λύσουμε και αντί να μειώνουμε την ασφαλιστική συνείδηση των Ελλήνων, είναι σκόπιμο το Κράτος να “συνεργαστεί” με τις Ασφαλιστικές Εταιρείες, προκειμένου να ασφαλιστούν με λογικά ασφάλιστρα όλες οι οικοδομές/κτήρια για όλους τους καταστροφικούς κινδύνους.

Επιτέλους η Πολιτεία ας αξιοποιήσει την τεχνογνωσία πρόληψης και τους μηχανισμούς εκτίμησης και αποκατάστασης των ζημιών των Ασφαλιστικών Εταιρειών.

Τρόποι υπάρχουν και έχουν ήδη προταθεί. Πολιτική βούληση (και σύνεση) υπάρχει;


Ακολουθήστε την Ασφαλιστική Αγορά στο Google News