Τι δείχνει η έρευνα για την Υγεία της ΕΛΣΤΑΤ

Το 24,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω έχει κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας˙ το 12,9% είναι παχύσαρκοι˙ το 57,6% χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, αλλά το 21,5% από αυτούς δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειάστηκε, κυρίως για λόγους οικονομικούς (7 στους 10)˙ το 10,5% επιβαρύνθηκε πάρα πολύ οικονομικά για δαπάνες που αφορούσαν αγορά φαρμάκων ή βιταμινών. Αυτά είναι κάποια από τα ευρήματα της έρευνας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για την Υγεία, που διεξάγεται στο πλαίσιο της ευρύτερης Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών1.

Με την έρευνα, η οποία διενεργείται ετησίως, συγκεντρώνονται αναλυτικές πληροφορίες για τη γενική κατάσταση υγείας του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, καθώς και για τη χρήση υπηρεσιών υγείας (πραγματοποίηση ή μη ιατρικών και οδοντιατρικών εξετάσεων, λήψη ή μη θεραπείας), ανάλογα με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά (φύλο και ηλικία), την εκπαίδευση, την ασχολία και το εισόδημα.

Το 2025 συγκεντρώθηκαν επιπλέον πληροφορίες, στο πλαίσιο πρόσθετης έρευνας που διενεργείται ανά τρία έτη, για τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), την ικανότητα του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω να εκτελεί βασικές λειτουργίες (όραση, ακοή, μετακίνηση, μνήμη/συγκέντρωση), για παράγοντες που επηρεάζουν –θετικά ή αρνητικά– την κατάσταση της υγείας, όπως είναι η φυσική άσκηση, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και για την επιβάρυνση των νοικοκυριών από τις δαπάνες υγείας.

Α. ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΓΕΙΑΣ

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ, το 7,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,5% μέτρια, ενώ το 78,5% πολύ καλή ή καλή υγεία.

Το 24,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας, έναντι 24,5% του πληθυσμού το 2024, 24,4% το 2023 και 24,9% το 2022. Χρόνιο πρόβλημα ή χρόνια πάθηση δηλώνουν περίπου 1 στις 4 γυναίκες (26,5%) και 1 στους 5 άνδρες (21,4%). Χρόνιο θεωρείται το πρόβλημα υγείας ή η πάθηση που διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει περισσότερους από 6 μήνες, με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή.

Το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, είχε περιορίσει, για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 9,1% είχε περιορίσει κάποιες δραστηριότητες ή δυσκολευτεί σε αυτές, αλλά όχι πάρα πολύ.

Γράφημα
Δείκτης GALI: Πληθυσμός ηλικίας 16 ετών και άνω ανάλογα με τον βαθμό περιορισμού δραστηριοτήτων λόγω προβλημάτων υγείας, 2022 – 2025

Τι δείχνει η έρευνα για την Υγεία της ΕΛΣΤΑΤ
Με τον δείκτη GALI (Global Activity Limitation Indicator) εκτιμάται κατά πόσο ο ίδιος ο ερευνώμενος θεωρεί ότι έχει περιορίσει, λόγω προβλημάτων υγείας (σωματικών, ψυχικών ή συναισθηματικών), υφιστάμενης πάθησης/αναπηρίας ή λόγω ηλικίας, δραστηριότητες συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό, για διάστημα 6 μηνών ή και περισσότερο. Περιλαμβάνονται και περιορισμοί λόγω εκ γενετής προβλημάτων υγείας, καθώς και αυτοί που προκλήθηκαν από ατυχήματα/τραυματισμούς, ενώ δεν περιλαμβάνονται περιορισμοί για οικονομικούς ή άλλους λόγους.

Β. ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Από την έρευνα προκύπτει ότι, το 2025, στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω:

  • 1,9% είναι ελλιποβαρείς (Δείκτη Μάζας Σώματος – ΔΜΣ < 18,5) – αύξηση σε σχέση με το 2022 (1,1%) και το 2017 (1,3%).
  • 43,1% έχει φυσιολογικό βάρος (ΔΜΣ: 18,5-24,9) – μικρή μείωση σε σχέση με το 2022 (44,1%) και το 2017 (43,7%).
  • 42,1% είναι υπέρβαροι (ΔΜΣ: 25 – 29,9) – μικρή μείωση σε σχέση με το 2022 (42,7%) και το 2017 (43,4%).
  • 12,9% είναι παχύσαρκοι (ΔΜΣ ≥ 30) – αύξηση σε σχέση με το 2022 (12,2%) και το 2017 (11,6%).

Ειδικότερα, για τους άνδρες και τις γυναίκες ηλικίας 16 ετών και άνω, τα ποσοστά ανά κατηγορία ΔΜΣ διαμορφώνονται ως εξής:

  • Το 48,5% των ανδρών (1 στους 2 άνδρες) είναι υπέρβαροι, το 36,8% έχουν φυσιολογικό βάρος, το 13,1% είναι παχύσαρκοι, ενώ το 1,7% ελλιποβαρείς.
  • Το 36,0% των γυναικών (περισσότερες από 3 στις 10) είναι υπέρβαρες, το 49,1% έχουν φυσιολογικό βάρος, το 12,7% είναι παχύσαρκες και το 2,1% ελλιποβαρείς.

Γ. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΕ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Από την έρευνα προκύπτει ότι:

  • Το 17,3% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην όραση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν βλέπει τίποτα). Ποσοστό 60,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Το 9,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην ακοή (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν ακούει τίποτα). Ποσοστό 62,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Το 15,1% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία κατά τη μετακίνησή του (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να περπατήσει ή να ανέβει/κατέβει σκάλα χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε βοηθήματος ή βοήθειας από άλλον). Ποσοστό 62,6% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Το 9,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία με τη μνήμη/συγκέντρωση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν θυμάται τίποτα ή δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε ό,τι κάνει). Ποσοστό 62,9% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Το 8,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία με τη φροντίδα (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του, όπως να πλένεται, να ντύνεται κ.λπ.). Ποσοστό 62,1% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Το 5,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν καταλαβαίνει τους άλλους ή δεν τον/την καταλαβαίνουν, παρόλο που μιλούν την ίδια γλώσσα). Ποσοστό 56,7% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.

Δ. ΧΡΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Δ1. Ιατρική εξέταση ή θεραπεία

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν από τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 6 στα 10 άτομα (57,6%) ηλικίας 16 ετών και άνω χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία. Από αυτούς που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία, το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε (τα αντίστοιχα ποσοστά το 2024 ήταν 24,3%, το 2023 23,6% και το 2022 24,3%).

Σύμφωνα με την έρευνα, ποσοστό 20,5% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, δεν έλαβε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, κάθε φορά που χρειάστηκε. Το ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται στο 10,5%.

Ο κύριος λόγος που δεν έλαβαν την αναγκαία ιατρική εξέταση ή θεραπεία, ήταν οικονομικός (περίπου 70,9% του πληθυσμού ή 7 στους 10), ενώ η μεγάλη λίστα αναμονής ήταν ο λόγος για το 15,9% του πληθυσμού.

Δ2. Οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία

Σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, η στοματική υγεία μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης πολλών παθήσεων, γι’ αυτό και η έρευνα κατέγραψε τη χρήση των σχετικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα την ανάγκη για οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία.

Όπως προκύπτει, κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 1 στους 2 (47,4%) χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία.

Ποσοστό 30,5% όσων χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε. Τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν: 32% το 2024, 32,3% το 2023 και 32% το 2022.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ποσοστό 20,3% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν έλαβε οδοντιατρική /στοματολογική /ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία κάθε φορά που χρειάστηκε. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 13,1%.

Περίπου 71,6% του πληθυσμού (7 στους 10) δεν έλαβαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία για οικονομικούς λόγους, ενώ ένα 14,2% περίμενε μήπως το πρόβλημα βελτιωθεί από μόνο του.

Δ3. Συχνότητα επισκέψεων σε επαγγελματίες υγείας

Από την έρευνα προκύπτει ότι, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, 1-2 φορές επισκέφτηκε:

  • Ιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή τον προσωπικό ιατρό, το 40,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω,
  • Ιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό για ειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, το 27,0%, και
  • Οδοντίατρο/στοματολόγο/ορθοδοντικό, το 33,5%.

Ε. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

E1. Σωματική Δραστηριότητα και Άσκηση

Με κριτήριο την κύρια εργασία ή την καθημερινή ασχολία (για όσους εργάζονται), από την έρευνα προκύπτει ότι:

  • Περίπου 3 στους 10 (31,8%) εργαζόμενους, ηλικίας 16 ετών και άνω, κυρίως κάθονται. 
  • Ποσοστό 15,3% των εργαζομένων κάνουν κυρίως βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική δραστηριότητα. Ως έντονη σωματική δραστηριότητα ορίζεται η δραστηριότητα που απαιτεί σκληρή σωματική προσπάθεια και η οποία, συνήθως, προκαλεί γρήγορη αναπνοή και σημαντική αύξηση των καρδιακών παλμών (π.χ. κατασκευαστικές εργασίες, η μεταφορά βαριών φορτίων, η χρήση βαριών ηλεκτρικών εργαλείων, οι εργασίες ορυχείων, οι φορτοεκφορτώσεις, το κόψιμο ξύλων, το σκάψιμο ή φτυάρισμα, οι αγροτικές εργασίες κ.λπ.).
  • Το 34,5% κυρίως περπατούν ή κάνουν εργασίες που απαιτούν μέτρια σωματική προσπάθεια, ενώ το 18,3% κυρίως στέκονται.

Με την έρευνα καταγράφηκε, επίσης, ο χρόνος, στη διάρκεια μιας συνηθισμένης εβδομάδας, κατά τον οποίο ο ερευνώμενος αθλείται, γυμνάζεται ή κάνει άσκηση για ψυχαγωγία, για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόμενα, χωρίς διακοπή, δραστηριότητες που κατ’ ελάχιστο προκαλούν μικρή αύξηση στην αναπνοή και στους καρδιακούς παλμούς. Δεν περιλαμβάνονται οι σωματικές δραστηριότητες οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της εργασίας ή στο πλαίσιο της κύριας ενασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι οικιακές εργασίες για μία νοικοκυρά, ενώ περιλαμβάνεται η μετακίνηση (προς και από την εργασία, το σχολείο, την αγορά/σούπερ-μάρκετ κ.λπ.) με τα πόδια ή με ποδήλατο διάρκειας, τουλάχιστον 10 λεπτών συνεχόμενα, χωρίς διακοπή.

  • Δεν ασκείται καθόλου στη διάρκεια μίας συνηθισμένης εβδομάδας: 11,8% (περίπου 1 στους 10).
  • Ασκείται λιγότερο από 1 φορά την εβδομάδα: 13%
  • Ασκείται 1 έως 3 φορές την εβδομάδα: 18,5%
  • Ασκείται 4 έως 6 φορές την εβδομάδα: 11,4%
  • Ασκείται μία φορά την ημέρα: 29,1%
  • Ασκείται δύο ή περισσότερες φορές την ημέρα: 16,3%.

E2. Κατανάλωση Φρούτων και Λαχανικών

  • 6 στους 10 (60,1%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν λαχανικά ή σαλάτες καθημερινά (τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,5% δεν καταναλώνει καθόλου.
  • Περίπου 6 στους 10 (56,9%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν φρούτα καθημερινά (τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,7% δεν καταναλώνει καθόλου.

E3. Κάπνισμα (και ηλεκτρονικό τσιγάρο)

  • Το 22,6% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει καθημερινά
  • Το 1,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές την εβδομάδα
  • Το 1,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές τον μήνα
  • Το 1,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές τον χρόνο
  • Το 72,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν καπνίζει.

Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς το φύλο στα ποσοστά του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που καπνίζουν. Συγκεκριμένα, καπνίζουν καθημερινά:

  • περίπου 3 στους 10 (29,6%) άνδρες ηλικίας 16 ετών και άνω και,
  • λιγότερες από 2 στις 10 (15,9%) γυναίκες ηλικίας 16 ετών και άνω.

E4. Κατανάλωση Αλκοόλ

  • Το 3,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνει καθημερινά αλκοολούχα ποτά
  • Λιγότεροι από 2 στους 10 (17,8%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές την εβδομάδα
  • Περίπου 1 στους 4 (25,9%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές τον μήνα
  • Λιγότεροι από 2 στους 10 (18,3%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές τον χρόνο
  • Περίπου 1 στα 3 άτομα (34,3%) ηλικίας 16 ετών και άνω δεν καταναλώνει καθόλου αλκοολούχα ποτά.

ΣΤ. ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΥΓΕΙΑΣ

Με την έρευνα εξετάστηκε κατά πόσο οι δαπάνες υγείας επιβάρυναν οικονομικά τα νοικοκυριά, κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Εξετάστηκε ξεχωριστά η οικονομική επιβάρυνση για: (α) παροχή ιατρικής φροντίδας (ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, επισκέψεις σε ιατρούς, νοσήλια, κ.ά.), (β) παροχή στοματικής φροντίδας (οδοντιατρικές ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, επισκέψεις σε οδοντιάτρους / στοματολόγους / ορθοδοντικούς) και

(γ) αγορά φαρμάκων, βοτάνων ή βιταμινών (κατόπιν ή χωρίς σύσταση από ιατρό, συνταγογραφούμενων ή μη με εξαίρεση τα αντισυλληπτικά χάπια και τυχόν άλλες ορμόνες που χρησιμοποιούνται μόνο για αντισύλληψη).

Το ποσοστό του πληθυσμού 16 ετών και άνω που επιβαρύνθηκε πάρα πολύ οικονομικά από τις δαπάνες, ήταν:

  • για παροχή ιατρικής φροντίδας, 6,2%
  • για παροχή οδοντιατρικής/στοματικής φροντίδας, 3,6% και
  • για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών ήταν 10,5%.
  1. Η έρευνα του 2025 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος: 2024) διενεργήθηκε σε τελικό δείγμα 10.408 νοικοκυριών και σε 21.392 μέλη των νοικοκυριών αυτών, εκ των οποίων 19.067 ηλικίας 16 ετών και άνω. Ο μέσος όρος μελών ανά νοικοκυριό υπολογίστηκε σε 2,1. ↩︎

Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News