Ασφάλιση Κτηρίων και Τεχνικών Έργων: Μήπως έφτασε η στιγμή της Καθολικής Υποχρεωτικότητας;

Του κ. Ελευθέριου Ελευθερίου*,
Loss Adjuster | Quantity & Building Surveyor
Founder – Techbuildings Real Estate Development
.

Ασφάλιση Κτηρίων και Τεχνικών Έργων: Μήπως έφτασε η στιγμή της Καθολικής Υποχρεωτικότητας;

Η πρόσφατη κατάρρευση του κτηρίου στα Πετράλωνα υπενθύμισε, με τον πιο σκληρό τρόπο, μια πραγματικότητα που συχνά επιλέγουμε να παραβλέπουμε: η πρόληψη και η οικονομική προστασία δεν αποτελούν πολυτέλεια. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι πρώτες ενδείξεις σύνδεσης της κατάρρευσης με την όμορη εκσκαφή, το περιστατικό θα καταδείξει ότι στις κατασκευές δεν υπάρχουν δευτερεύοντα μέτρα ασφαλείας – δεν υπάρχει «λίγο» ή «αρκετά», όταν διακυβεύεται η σταθερότητα του εδάφους δίπλα σε υφιστάμενες κατασκευές. Πίσω από κάθε κτήριο δεν υπάρχουν μόνο οπλισμοί και θεμέλια. Υπάρχουν οικογένειες, περιουσίες που αποκτήθηκαν με δεκαετίες μόχθου και, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινες ζωές, που δεν επιτρέπεται να τίθενται σε κίνδυνο, επειδή κάποιο μέτρο ασφαλείας ενδέχεται να θεωρήθηκε «περιττό».

Η εικόνα ενός κτηρίου που καταρρέει μέσα στον αστικό ιστό επαναφέρει ένα ευρύτερο ερώτημα: έχει έρθει η στιγμή να καθιερωθεί η υποχρεωτική ασφάλιση, τόσο για τα τεχνικά έργα όσο και για τα υφιστάμενα κτήρια; Πιστεύω πως ναι. Το πιστεύω, γνωρίζοντας το κτήριο από δύο αλληλένδετες πλευρές: πρώτα πώς κατασκευάζεται και, δυστυχώς, πώς καταστρέφεται. Ξέρω τι απαιτείται για να δημιουργηθεί από το μηδέν και τι απαιτείται για να αποκατασταθεί όταν επέλθει η ζημιά, και αυτή ακριβώς η διπλή οπτική με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σημερινή, ουσιαστικά προαιρετική, αντιμετώπιση της ασφαλιστικής προστασίας δεν επαρκεί πλέον – όχι επειδή κάθε κτήριο κινδυνεύει αύριο, αλλά επειδή, όταν η καταστροφή συμβεί, η απουσία επαρκούς κάλυψης μετατρέπει ένα τεχνικό γεγονός σε οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο.

Χρειάζεται, ωστόσο, μια διευκρίνιση: η υποχρεωτικότητα δεν έχει νόημα, αν εξαντληθεί στην ύπαρξη ενός τυπικού ασφαλιστηρίου. Ένα έγγραφο, από μόνο του, δεν προστατεύει κανέναν· αξία έχει μόνο όταν αντιστοιχεί στον πραγματικό κίνδυνο και βασίζεται σε ορθά προσδιορισμένη ασφαλιστέα αξία. Διαφορετικά, θα έχουμε δημιουργήσει ακόμη μία τυπική υποχρέωση, χωρίς να έχουμε επιτύχει τον σκοπό της.

Οι αναμενόμενες αντιδράσεις στην εφαρμογή της υποχρεωτικότητας

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, αν αύριο οποιαδήποτε κυβέρνηση αποφάσιζε να καταστήσει υποχρεωτική την ασφάλιση των κτηρίων, οι αντιδράσεις θα ήταν άμεσες. Η σχετική ρύθμιση θα χαρακτηριζόταν από ορισμένους ως μία ακόμη οικονομική επιβάρυνση, ενώ άλλοι θα έσπευδαν να την αποδώσουν σε πρόθεση ενίσχυσης της ασφαλιστικής αγοράς. Είναι το εύκολο επιχείρημα, ακριβώς επειδή είναι το πρώτο που έρχεται στον νου όταν ακούγεται η λέξη «υποχρεωτικό».

Μια τέτοια ανάγνωση, όμως, παραβλέπει τον πραγματικό αποδέκτη της προστασίας. Ο πρώτος και σημαντικότερος ωφελούμενος από την ασφάλιση ενός κτηρίου είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του. Η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει, έναντι ασφαλίστρου, συγκεκριμένους κινδύνους και υπό συγκεκριμένους όρους. Ο ιδιοκτήτης είναι εκείνος που εξασφαλίζει ότι μια πυρκαγιά, ένας σεισμός, μια πλημμύρα ή ένα άλλο απρόβλεπτο γεγονός δεν θα μετατρέψει, μέσα σε λίγες ώρες, μια υλική ζημιά σε προσωπική οικονομική καταστροφή, από την οποία ενδέχεται να μην μπορέσει ποτέ να ανακάμψει. Η υποχρεωτικότητα, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός προστασίας της ασφαλιστικής αγοράς, αλλά ως μηχανισμός προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας, της κοινωνικής συνοχής και, τελικά, της ίδιας της οικονομίας.

Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης περιουσίας δεν είναι, άλλωστε, κάτι πρωτόγνωρο για την Ελλάδα. Ήδη, από την 1η Ιουνίου 2025, βάσει του άρθρου 5 του Ν. 5116/2024, οι επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των €500.000 υποχρεούνται να διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη έναντι δασικής πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού, για ποσοστό τουλάχιστον 70% της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων. Το κράτος, δηλαδή, έχει ήδη αποδεχθεί την αρχή· δεν χρειάζεται να την ανακαλύψουμε. Αυτό που πραγματικά μένει ανοιχτό είναι αν έχει έρθει η ώρα να επεκταθεί η ίδια λογική, με σοβαρότητα, αναλογικότητα και σαφείς δικλίδες προστασίας, στα τεχνικά έργα και στην ευρύτερη ιδιωτική ακίνητη περιουσία.

Τα τεχνικά έργα δεν πρέπει επ’ ουδενί να παραμένουν ανασφάλιστα

Στα τεχνικά έργα, η ανάγκη της υποχρεωτικότητας, ειδικά όσον αφορά στην ασφάλιση αστικής ευθύνης, γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, διότι εκεί ο κίνδυνος δεν είναι υποθετικός αλλά ενεργός από την πρώτη ημέρα. Ένα ιδιωτικό έργο μπορεί ακόμη και σήμερα –δυστυχώς– να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί χωρίς ασφαλιστική κάλυψη ανάλογη με το μέγεθος και την πραγματική έκθεση που δημιουργεί – και «τεχνικό έργο» δεν σημαίνει μόνο την ανέγερση νέου κτηρίου, αλλά εξίσου την κατεδάφιση, την εκσκαφή, την επέμβαση στον φέροντα οργανισμό ή κάθε εργασία που μπορεί να επηρεάσει όμορες ιδιοκτησίες ή τρίτους.

Η οικονομική αξία μιας εργασίας, άλλωστε, δεν αποτελεί ασφαλή δείκτη του κινδύνου που μπορεί να δημιουργήσει: μια εκσκαφή κόστους €20.000 μπορεί να προκαλέσει ζημιές εκατομμυρίων ευρώ σε όμορα κτήρια, μια επέμβαση στον φέροντα οργανισμό μπορεί να έχει συνέπειες δυσανάλογες προς το κόστος της, και ένα έργο περιορισμένου προϋπολογισμού μπορεί, ανάλογα με τη θέση του, να δημιουργήσει έκθεση πολλαπλάσια της δικής του αξίας. Τα ασφαλιστήρια CAR, όταν διαμορφωθούν ορθά, μπορούν να καλύψουν σημαντικό μέρος αυτών των κινδύνων· το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν τα εργαλεία, αλλά το να πάψει η χρήση τους να εξαρτάται αποκλειστικά από την προνοητικότητα του καθενός.

Η θέση μου είναι σαφής: η ύπαρξη επαρκούς ασφαλιστικής κάλυψης πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη και την αδειοδότηση κάθε τεχνικού έργου που δημιουργεί πραγματική έκθεση σε κίνδυνο – όχι με ενιαία κάλυψη για όλους, αλλά με αναλογικό πλαίσιο, προσαρμοσμένο στη φύση, στην αξία και στην επικινδυνότητα του έργου. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν πρέπει να προστίθεται εκ των υστέρων ως γραφειοκρατική υποχρέωση, αλλά να εντάσσεται εξαρχής στον σχεδιασμό του ως πραγματικό εργαλείο διαχείρισης κινδύνου.

Από την υποχρέωση στην ασφαλιστική συνείδηση

Παρότι ένα θεσμικό πλαίσιο μπορεί να επιβάλει την ύπαρξη ενός ασφαλιστηρίου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση από μόνο του να δημιουργήσει ασφαλιστική συνείδηση. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο ζήτημα. Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με τις ασφαλιστικές ζημιές, προσπαθώ να εξηγήσω στους ανθρώπους γύρω μου κάτι εξαιρετικά απλό: το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν ζημιώθηκε η ακίνητη περιουσία μας δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε κίνδυνος. Σημαίνει ότι, μέχρι σήμερα, σταθήκαμε απλώς τυχεροί.

Κι όμως, θεωρούμε αυτονόητη την –υποχρεωτική– ασφάλιση ενός οχήματος, ενώ το κτήριο, το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο για τους περισσότερους ανθρώπους, παραμένει συχνά ανασφάλιστο, παρότι το κόστος μιας ολοκληρωμένης ασφαλιστικής κάλυψης για μια μέση κατοικία μπορεί, σε πολλές περιπτώσεις, να είναι συγκρίσιμο ή και μικρότερο από το κόστος ασφάλισης ενός μικρού Ι.Χ. αυτοκινήτου. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι, όταν σκεφτόμαστε μια κτηριακή ζημιά, ο νους μας πηγαίνει συνήθως σε ένα ακραίο γεγονός: σε έναν ισχυρό σεισμό, σε μια μεγάλη πυρκαγιά ή σε μια καταστροφική πλημμύρα. Η πραγματικότητα των ζημιών, όμως, είναι συχνά πολύ πιο απρόβλεπτη και η αφετηρία τους πολύ μικρότερη απ’ όσο φανταζόμαστε.

Ασφάλιση αστικής ευθύνης: δεν αφορά μόνο στη ζημιά που μπορεί να υποστούμε, αλλά και σε εκείνη που μπορεί να προκαλέσουμε

Η αστική ευθύνη είναι μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις της ασφάλισης και, ταυτόχρονα, μία από εκείνες που συχνότερα παραβλέπονται. Η κάλυψη αυτή δεν περιλαμβάνεται αυτομάτως σε κάθε ασφαλιστήριο και η έκτασή της εξαρτάται από τις προβλέψεις της εκάστοτε σύμβασης. Η σημασία της, όμως, είναι προφανής: αν εκδηλωθεί πυρκαγιά σε ένα κτήριο και η φωτιά, ο καπνός ή η θερμική καταπόνηση προκαλέσουν ζημιές σε όμορη ιδιοκτησία, οι οικονομικές συνέπειες μπορεί να είναι εξαιρετικά σοβαρές. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν μια διαρροή νερού προκαλεί ζημιές σε υποκείμενα διαμερίσματα ή όταν οποιοδήποτε άλλο περιστατικό γεννά, εφόσον προκύψει ευθύνη, υποχρέωση αποκατάστασης. Αν ο υπαίτιος δεν είναι ασφαλισμένος, ο ζημιωθείς μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να στραφεί εναντίον του. Αν η ζημιωθείσα περιουσία είναι ασφαλισμένη, η ασφαλιστική εταιρεία, αφού καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση, μπορεί επίσης, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχει ο νόμος έναντι του υπευθύνου.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μία πραγματογνωμοσύνη κατά την οποία η θραύση ενός εύκαμπτου σπιράλ σύνδεσης νιπτήρα με το δίκτυο ύδρευσης, ενός εξαρτήματος αξίας μόλις πέντε ευρώ, προκάλεσε εκτεταμένη διαρροή νερού. Η ζημιά δεν περιορίστηκε στο ασφαλισμένο διαμέρισμα. Το νερό ακολούθησε τις διελεύσεις των σωληνώσεων του μονοσωλήνιου συστήματος θέρμανσης και προκάλεσε ανεξέλεγκτη πλημμύρα και σοβαρές συνακόλουθες ζημιές κτηρίου και περιεχομένου στα τέσσερα υποκείμενα διαμερίσματα του κτηρίου, τα οποία διέθεταν όλα ψευδοροφές γυψοσανίδας και ξύλινα δάπεδα σε όλους τους χώρους. Ένα εξάρτημα ευτελούς αξίας προκάλεσε ζημιές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Το περιστατικό αυτό συμπυκνώνει, ίσως καλύτερα από κάθε θεωρητική ανάλυση, την πραγματική φύση του κινδύνου. Η έκταση μιας ζημιάς δεν είναι πάντοτε ανάλογη με την αξία του στοιχείου που την προκάλεσε, ούτε οι οικονομικές της συνέπειες περιορίζονται κατ’ ανάγκην στην περιουσία από την οποία ξεκίνησε. Η ζημιά μπορεί να ταξιδέψει από διαμέρισμα σε διαμέρισμα, από ιδιοκτησία σε ιδιοκτησία, και να μετατρέψει μια αστοχία ευτελούς αξίας σε απαίτηση τεράστιου οικονομικού μεγέθους.

Η ασφάλιση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο στη ζημιά που μπορεί να συμβεί στην περιουσία μας. Αφορά και στη ζημιά που μπορεί να προκαλέσουμε σε τρίτους και στις περιουσίες τους. Και ακριβώς επειδή η ζημιά δεν γνωρίζει τα όρια της ιδιοκτησίας μας, η ύπαρξη ενός ασφαλιστηρίου δεν αρκεί από μόνη της. Για να λειτουργήσει η ασφάλιση ως πραγματικός μηχανισμός προστασίας, πρέπει, πάνω απ’ όλα, να είναι επαρκής.

Γιατί δεν αρκεί η ύπαρξη ενός τυπικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου;

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που συναντώ στην πράξη είναι η υπασφάλιση. Όταν ασφαλίζουμε ένα κτήριο, δεν ασφαλίζουμε την εμπορική του αξία, η οποία διαμορφώνεται από την αξία του οικοπέδου, τη θέση και τις συνθήκες της αγοράς, αλλά το κόστος ανακατασκευής: το ποσό που θα απαιτηθεί ώστε, μετά από μια καταστροφή, το κτήριο να επανέλθει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από τη ζημιά.

Σε αυτό το σημείο γίνεται συχνά το λάθος. Είτε για εξοικονόμηση ασφαλίστρου είτε από ελλιπή ενημέρωση, πολλοί ασφαλίζουν το κτήριό τους σε αξία πολύ χαμηλότερη από το πραγματικό κόστος ανακατασκευής του. Έχω συναντήσει πολυτελή μονοκατοικία 600 τ.μ. ασφαλισμένη για €300.000, δηλαδή €500 ανά τετραγωνικό, όταν το πραγματικό κόστος ανακατασκευής ήταν περίπου τριπλάσιο. Όταν επήλθε η ζημιά –μία καταστροφική δασική πυρκαγιά–,  η απόσταση αυτή έπαψε να είναι αφηρημένος όρος και έγινε πραγματική οικονομική απώλεια, καθώς οι όροι του ασφαλιστηρίου προέβλεπαν αναλογικό κανόνα.

Και τότε, πολύ συχνά, ο πραγματογνώμονας εμφανίζεται στα μάτια του ασφαλισμένου ως ο “κακός” της υπόθεσης. Δεν είναι. Η υπασφάλιση δεν δημιουργείται τη στιγμή της πραγματογνωμοσύνης· αποκαλύπτεται τότε. Το πρόβλημα ξεκινά πολύ νωρίτερα, από τον εσφαλμένο προσδιορισμό του ασφαλισμένου κεφαλαίου και την παράλειψη τακτικής αναπροσαρμογής της ασφαλιστέας αξίας. Η ίδια σύγχυση εμφανίζεται και στα στεγαστικά δάνεια, όπου το ασφαλισμένο κεφάλαιο ταυτίζεται λανθασμένα με το υπόλοιπο του δανείου αντί με το κόστος ανακατασκευής – δύο μεγέθη που αποκλίνουν με τον χρόνο, καθώς το ένα μειώνεται και το άλλο συνήθως αυξάνεται. Η ασφάλιση οφείλει να προστατεύει πρωτίστως τον ιδιοκτήτη, όχι μόνο την εξασφάλιση του δανειστή.

Όλα αυτά οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: η επάρκεια δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια της ασφάλισης. Αποτελεί τον πυρήνα της. Αν η υποχρεωτικότητα περιοριστεί στην ύπαρξη ενός οποιουδήποτε ασφαλιστηρίου, χωρίς ουσιαστικές ελάχιστες καλύψεις και χωρίς ορθό προσδιορισμό και τακτική αναπροσαρμογή της ασφαλιστέας αξίας, θα έχει αποτύχει πριν ακόμη εφαρμοστεί. Θα έχει δημιουργήσει ασφαλιστήρια, όχι ουσιαστική ασφαλιστική προστασία.

Σχεδιάζοντας ένα ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο πλαίσιο υποχρεωτικότητας

Η θεωρητική υποστήριξη της υποχρεωτικότητας δεν αρκεί χωρίς συγκεκριμένη πρόταση εφαρμογής. Ένα σοβαρό πλαίσιο θα πρέπει να στηρίζεται στην αναλογικότητα: η ελάχιστη απαιτούμενη κάλυψη δεν μπορεί να είναι ίδια για μια περιορισμένη ανακαίνιση και για την ανέγερση πολυώροφου κτηρίου, ούτε για μια μικρή κατοικία και για ένα σύνθετο βιομηχανικό ακίνητο· τα όρια πρέπει να κλιμακώνονται, ανάλογα με την αξία, τη φύση και την επικινδυνότητα του έργου ή του κτηρίου, καθώς και με την έκθεση τρίτων.

Εξίσου αναγκαία είναι η περιοδική επικαιροποίηση της ασφαλιστέας αξίας, ώστε η κάλυψη να ακολουθεί το πραγματικό κόστος ανακατασκευής και όχι δεδομένα άλλης εποχής – η υπασφάλιση δεν είναι εξαίρεση όταν κανείς δεν την ελέγχει, είναι η προβλέψιμη συνέπεια της αδράνειας.

Στα τεχνικά έργα, τέλος, η κάλυψη πρέπει να προηγείται του κινδύνου: για εργασίες που μπορούν να επηρεάσουν τον φέροντα οργανισμό, όμορες ιδιοκτησίες ή τρίτους, η απόδειξη επαρκούς ασφάλισης πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση αδειοδότησης, όχι επειδή η ασφάλιση αποτρέπει το ατύχημα, αλλά επειδή εξασφαλίζει ότι οι συνέπειές του δεν θα μείνουν χωρίς οικονομικό αντίκρισμα.

Καμία από αυτές όμως τις κατευθύνσεις δεν αρκεί από μόνη της· μαζί, όμως, μπορούν να μετατρέψουν μια γενική αρχή σε εφαρμόσιμο σύστημα προστασίας, μέσα από έναν γόνιμο θεσμικό διάλογο μεταξύ Πολιτείας, τεχνικού κόσμου, ασφαλιστικής αγοράς και των φορέων, που γνωρίζουν στην πράξη την κατασκευή, τη ζημιά και την αποκατάσταση – όχι για ένα ακόμη γραφειοκρατικό σύστημα, αλλά για ένα πλαίσιο απλό και πραγματικά προστατευτικό, με μέριμνα για τους οικονομικά ευάλωτους.

Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο επιτακτική, καθώς οι φυσικοί κίνδυνοι δοκιμάζουν όλο και συχνότερα υποδομές, κτήρια και κοινωνίες. Η κρατική αρωγή είναι απαραίτητη, δεν μπορεί όμως να αποτελεί το μοναδικό σχέδιο προστασίας μιας χώρας· χρειάζεται ισορροπία ανάμεσα στην πρόληψη, την ατομική ευθύνη, την ιδιωτική ασφάλιση και την κρατική συνδρομή. Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να ανοίγει μετά από κάθε καταστροφή. Πρέπει να προηγηθεί της επόμενης.

Ασφαλιστήριο συμβόλαιο: Το έξοδο που ευχόμαστε να μην αξιοποιηθεί

Το κτήριο στα Πετράλωνα κατέρρευσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η ζωή που χτίστηκε γύρω του –οι δεκαετίες δουλειάς, οι κόποι, οι αναμνήσεις μέσα σε εκείνους τους τοίχους– δεν κατέρρευσε το ίδιο γρήγορα. Θα καταρρεύσει, δυστυχώς, αργά και σιωπηλά, τους μήνες που ακολουθούν, όταν κανείς και τίποτα δεν θα είναι εκεί να καλύψει το κενό. Αυτό ακριβώς είναι το κενό που καλείται να καλύψει η ασφάλιση.

Η ασφάλιση δεν αποτρέπει την πυρκαγιά, δεν σταματά τον σεισμό, ούτε εμποδίζει την πλημμύρα και το ανθρώπινο λάθος. Δεν χτίζει πιο γερά θεμέλια και δεν αντικαθιστά ούτε ένα μέτρο αντιστήριξης. Αποτρέπει, όμως, το μόνο πράγμα που μπορούμε ακόμη να ελέγξουμε, αφού όλα τα άλλα έχουν ήδη συμβεί: να μη μετατραπεί η υλική καταστροφή σε οικονομική κατάρρευση. Έχει έρθει, λοιπόν, η στιγμή, να πάψουμε να βλέπουμε την ασφάλιση της περιουσίας μας ως ένα ακόμη έξοδο και να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτό που πραγματικά είναι: τη διαφορά ανάμεσα σε μια καταστροφή που τελειώνει και σε μια καταστροφή που συνεχίζεται για μία ολόκληρη ζωή. Γιατί το ασφαλιστήριο είναι το μοναδικό έξοδο που ελπίζουμε να μη χρειαστεί ποτέ να αξιοποιήσουμε. Αν, όμως, κάποια μέρα χρειαστεί, θα είναι το μόνο πράγμα που θα στέκεται ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και στο τίποτα.

*Ο κ. Ελευθέριος Ελευθερίου είναι πραγματογνώμονας ασφαλιστικών ζημιών, με οκταετή εμπειρία και εξειδίκευση στις σύνθετες κτηριακές ζημιές, έχοντας διενεργήσει χιλιάδες πραγματογνωμοσύνες για λογαριασμό μεγάλων ασφαλιστικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Η βαθιά γνώση του για το κτήριο και τα τεχνικά έργα θεμελιώνεται, παράλληλα, σε μια επαγγελματική διαδρομή 30 ετών, με αφετηρία τον κλάδο των επιμετρήσεων και, επί 27 έτη, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη κατασκευαστικής επιχείρησης. Έχοντας επιβλέψει προσωπικά ολόκληρο τον κύκλο κατασκευής ενός κτηρίου, από την κατεδάφιση, την εκσκαφή και την αντιστήριξη έως την πλήρη αποπεράτωση και την τελευταία κατασκευαστική λεπτομέρεια, γνωρίζει σε βάθος όχι μόνο πώς ένα κτήριο κατασκευάζεται, αλλά και πώς διερευνώνται τα αίτια και ο μηχανισμός πρόκλησης μιας ζημιάς, πώς αποτιμώνται οι συνέπειές της και τι πραγματικά απαιτείται για την τεχνικά ορθή και οικονομικά τεκμηριωμένη αποκατάστασή της. Διετέλεσε επίσης, επί 16 έτη, εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Κατασκευαστών Κτηρίων Ελλάδος, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση συμφωνιών και συνεργασιών με δημόσιους και θεσμικούς φορείς. Το επαγγελματικό του υπόβαθρο συμπληρώνεται από σπουδές στην Πληροφορική και από τη συστηματική αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων στην τεχνική διερεύνηση και τεκμηρίωση.


Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News