Άρθρα

Το κόστος ασφάλισης στα πλαίσια των νέων δεδομένων

Του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής (e-mail: [email protected])

Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Kρισιμότατο ζήτημα, με μεγάλο νομικό ενδιαφέρον, αποτέλεσε πάντα το κόστος απόκτησης των ασφαλιστικών υπηρεσιών, καθώς και ο καθορισμός του καθ’ όλη τη διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσης, με στόχο όχι μόνο τη σύναψη αρχικά της σύμβασης ασφάλισης αλλά, κύρια, τη δυνατότητα παραμονής των μερών στην ασφαλιστική σχέση, για όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Και η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να υφίσταται και για τα δύο μέρη στην ασφαλιστική σύμβαση και συγκεκριμένα και για την ασφαλιστική επιχείρηση, με τη μορφή ενός βιώσιμου ασφαλιστικά συμβολαίου, αλλά και για τον ασφαλιζόμενο, με την παροχή της δυνατότητας σ’ αυτόν να μπορεί οικονομικά να αντέξει τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης.

Το ζήτημα αυτό λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις και σπουδαιότητα, λόγω δύο νέων σημαντικών παραγόντων, οι οποίοι βρίσκονται σε πρώτη προτεραιότητα, τουλάχιστον τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Ο ένας παράγων είναι η προσπάθεια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, η οποία επιχειρείται με την υιοθέτηση της Οδηγίας 2009/139/ΕΚ για τη «Φερεγγυότητα ΙΙ», η εφαρμογή της οποίας πήρε παράταση με την Οδηγία 2012/23/ΕΕ, με σκοπό την αρτιότερη προετοιμασία των αρμόδιων εποπτικών αρχών των κρατών μελών αλλά και τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων. Το νέο πολύπλοκο σχήμα, το οποίο περιλαμβάνει η πρόταση Omnibus II, απαιτεί αναμφισβήτητα χρόνο προετοιμασίας.

Ο άλλος παράγων είναι η εξελισσόμενη διεθνής οικονομική κρίση, η οποία δυσχεραίνει σημαντικά και τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες, όπως ο υπόλοιπος χρηματοοικονομικός τομέας, καλούνται να σταθούν σε ένα αρνητικό οικονομικό περιβάλλον, το οποίο, λόγω της μειωμένης ρευστότητας αλλά και λόγω της αρνητικής μεταβολής των σχετικών αξιών (αποθέματα, τοποθετήσεις, επενδυτικά χαρτοφυλάκια), συνεχίζει να επηρεάζει σημαντικά την ασφαλιστική αγορά.

Οι συνθήκες οι οποίες εξελίσσονται και με βάση τις υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως διαμορφώνονται για το μέλλον με το νέο πλαίσιο, δεν μπορεί παρά να επηρεάσουν και τις τιμολογήσεις των ασφαλιστικών υπηρεσιών, καθιστώντας ενδεχόμενα τις υπηρεσίες αυτές πιο ακριβές.

Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί το γεγονός ότι η βιωσιμότητα των συμβολαίων και συνακόλουθα και η φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν σχετίζονται μόνο με την κοστολόγησή τους. Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η εντατικοποίηση της άσκησης της εποπτείας σε προληπτικό επίπεδο και μάλιστα σε εναρμονισμένη μορφή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι με τη μορφή της ελάχιστης εναρμόνισης. Η ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά θα πρέπει να περάσει στη νέα φάση επαναρρύθμισης του θεσμικού πλαισίου, με γνώμονα την ενιαία μορφή εποπτείας, όχι μόνο μέσω ενός κοινού κανονιστικού πλαισίου, αλλά και μέσω κοινών εποπτικών κανόνων και διαδικασιών, αφού το ζητούμενο, και από την άποψη της προστασίας του ασφαλιζόμενου αλλά και από την άποψη της σταθερότητας της ασφαλιστικής αγοράς, είναι η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία αποτελεί και την πλέον ισχυρή ουσιαστικά εγγύηση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του ασφαλιζόμενου. Και αυτό για έναν ακόμη σημαντικό λόγο: επειδή ο ασφαλιζόμενος, τουλάχιστον για το ποσοστό του συμβολαίου του που αφορά στην κάλυψη κινδύνου, αγοράζει το ακριβότερο κοινωνικό αγαθό της αίσθησης ασφάλειας και, συνεπώς, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση “επενδυτής”, με ενδεχόμενη την επιστροφή σ’ αυτόν του κινδύνου για την απαλλαγή από τον οποίο έχει ήδη καταβάλει το τίμημα. Σε μεγαλύτερο, δε, βαθμό τούτο ισχύει ειδικώς σε σχέση με τον τρίτο ζημιωθέντα στις συμβάσεις αστικής ευθύνης, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την αποκατάσταση της όποιας ζημίας του.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ο καθορισμός του κόστους του ασφαλιστικού προϊόντος θα πρέπει να γίνεται με απόλυτη διαφάνεια, λαμβανομένης υπόψη της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ, η οποία προβλέπει ότι ο προσδιορισμός της παροχής πρέπει να γίνεται με δίκαιη κρίση, όπως αυτή εξειδικεύτηκε από την ειδική ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 7 περίπτωση ε του Ν 2251/1994, η οποία χαρακτηρίζει ως καταχρηστική τη συμβατικά προβλεπόμενη δυνατότητα στον προμηθευτή, να τροποποιεί μονομερώς τη σύμβαση χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο (ΑΠ 1030/2001, ΧρΙΔ 2001, 611 επ.).

Είναι προφανές ότι η εξεύρεση της χρυσής τομής στο ανωτέρω ζήτημα δεν είναι ένα εύκολο να επιλυθεί θέμα. Η ασφάλιση, πέραν του ότι είναι ένα εμπορικό προϊόν, αποτελεί κατά κύριο λόγο ένα κοινωνικό αγαθό, ειδικά σε περιόδους αδυναμίας του κοινωνικού συστήματος.

 

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας