Άρθρα

Απαλλαγή του Ασφαλιστή στην Ασφάλιση Ζημιών

Έντονο νομικό αλλά και από άποψη ουσίας ενδιαφέρον έχει υπάρξει με την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου 210/2023, σχετικά με την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση για καταβολή αποζημίωσης, για περίπτωση, εν προκειμένω, κλοπής ασφαλισμένου οχήματος (άρθρο 11 ν. 2496/1997).

Ο ασφαλιστής, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, στην ασφάλιση ζημιών, απαλλάσσεται όταν υπάρχει δόλος ή βαριά αμέλεια στο πρόσωπο του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης, δηλαδή, δόλος ή σημαντική παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου, υποδηλώνουσα αδιαφορία για το παράνομο αποτέλεσμα στην περίπτωση της βαριάς αμέλειας, γεγονότα που θεμελιώνουν υπαιτιότητα. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ, «δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».

Για την απαλλαγή του ασφαλιστή θα πρέπει να συντρέχει και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (εν προκειμένω της κλοπής).

Τονίζεται ότι οι έννοιες της βαριάς ή ελαφράς αμέλειας, καθώς και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, οι οποίες κρίνονται από τα δικαστήρια της ουσίας αντικειμενικά και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κάθε φορά λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση ή όχι υπαιτιότητας. Αν, δηλαδή, ο δόλος ή η βαριά αμέλεια αποτέλεσε πρόσφορη αιτία για την πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος. Η κρίση αυτή είναι ενίοτε εξαιρετικά δυσχερής και βέβαια υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επί του ζητήματος αυτού παραθέτουμε απόσπασμα από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 210/2023, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ):

(…) Όλες οι ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες, που επικρατούσαν στην περιοχή κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αντικειμενικά εκτιμώμενες, ήταν ευνοϊκές, ώστε να διευκολύνεται η τέλεση της αξιόποινης πράξης της κλοπής του συγκεκριμένου οχήματος, δεδομένου ότι αυτό κατά τη διάρκεια της νύκτας παρέμενε εκτεθειμένο στο συγκεκριμένο σκοτεινό και ερημικό, σημείο, το οποίο ήταν το κατάλληλο, ώστε να προκαλείται η εντύπωση ότι θα επιτευχθεί με βεβαιότητα αφαίρεση αυτού και η ασφαλής ταχεία διαφυγή των προσώπων, που θα αποφάσιζαν (να) τελέσουν τη συγκεκριμένη πράξη, χωρίς να υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος σύλληψης αυτών. (…) Με τα δεδομένα, όμως, αυτά, η συμπεριφορά την οποία εκδήλωσε ο ενάγων να σταθμεύσει το πολυτελές αυτό όχημα στο σημείο αυτό, όπου επικρατούσαν οι ανωτέρω περιγραφόμενες αντικειμενικές συνθήκες, και ακολούθως να μην επιστρέψει να το παραλάβει κατά τη διάρκεια της νύκτας, προκάλεσε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, διότι εξέθεσε το αυτοκίνητο αυτό σε αυξημένο κίνδυνο κλοπής, η οποία τελέστηκε. Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί εκδήλωση εντόνως αποκλίνουσα από τη συνήθη επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δεδομένου ότι αναμενόμενο είναι από οποιοδήποτε πρόσωπο να επιλέξει να μην εκθέσει το συγκεκριμένο όχημα σε αυτές τις συνθήκες, που δεν μειώνουν, αλλά επαυξάνουν τον κίνδυνο κλοπής. Επομένως, η ανωτέρω εκδήλωση του ενάγοντος αποδίδεται σε βάρια αμέλεια αυτού, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε η ασφαλιστική περίπτωση. Συνακόλουθα, ο αντιστοίχου περιεχομένου, προβαλλόμενος κατ’ ένσταση, ισχυρισμός της εναγόμενης αποδεικνύεται βάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ανωτέρω από το άρθρο 7 παρ. 5 Ν. 2496/1997 ένστασης της αναιρεσίβλητης, είχε απορριφθεί η από 6/10/2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το σκέλος της με το οποίο ζητείτο να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει, με βάση τη σύμβαση ασφάλισης, την αξία του κλαπέντος αυτοκινήτου, ποσού 79.200 ευρώ. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5 του ν.2496/1997 και 330 παρ.2 ΑΚ, καθόσον τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της βαριάς αμέλειας και ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αφού, κατά τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε βαριά αμέλεια που επέδειξε ο αναιρεσείων λήπτης της ασφάλισης, με συνέπεια την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος για την ένδικη κλοπή, ώστε να δικαιολογείται η, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασής της, απόρριψη της αγωγής (…).

Θεόδωρος Κουτσούμπας, Δικηγόρος – Διδάκτωρ Νομικής, [email protected]
Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ


Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας