Συνέντευξη της Προέδρου του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Η κα Άννα Διαμαντοπούλου τοποθετείται σχετικά με τη συνεργασία του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα, την αναδόμηση του ΕΣΥ, τον Οργανισμό Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών και την ενίσχυση της θεσμικής αποταμίευσης.

Σταθερή μας επιλογή αποτελεί η προσέγγιση των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι επηρεάζουν και διαμορφώνουν με τις θέσεις τους την πορεία της χώρας μας και, ειδικότερα, αξιολογούν και προκρίνουν τις οικονομικές δραστηριότητες που μπορούν να οδηγήσουν τον τόπο μας σε εξέλιξη και πρόοδο.
Είναι κοινό μυστικό ότι η Ιδιωτική Ασφάλιση στην Ελλάδα ως οικονομική δραστηριότητα ενέχει αντιφατικές εκτιμήσεις. Η δραστηριότητά της υπόκειται σε ταμπού και ιδεοληψίες που δεν συμβαδίζουν ούτε με το αποτέλεσμα της λειτουργίας της ούτε με τη θεσμική της παγκόσμια καταξίωση.
Η επιβεβλημένη, κατά τη γνώμη μας, “προσέγγιση” των πολιτικών που καθορίζουν τη θεσμική λειτουργία της Ιδιωτικής Ασφάλισης στον τόπο μας αποβλέπει και στοχεύει να καταπέσουν και τα ταμπού και οι ιδεοληψίες. Τότε και μόνον τότε και υπό την προϋπόθεση ότι οι φορείς της Ιδιωτικής Ασφάλισης συγκεντρώνουν τα εχέγγυα της αξιοπιστίας και ανταποκρίνονται στους θεσμικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους, θα επέλθει μια συνεργασία του κράτους με την ιδιωτική πρωτοβουλία, προς όφελος όχι μόνον των καταναλωτών αλλά και της Πολιτείας και της Αγοράς.
Η κα Άννα Διαμαντοπούλου έχει το προνόμιο να “κεφαλαιοποιεί” εμπειρίες και γνώσεις. Επίσης, έχει και το προνόμιο να βρίσκεται αυτή τη στιγμή εκτός του κάδρου ευθύνης της διαχείρισης των προβλημάτων που απαιτούν λύσεις.
Ως Πρόεδρος του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η πρώην Επίτροπος της ΕΕ και πρώην Υπουργός έχει την πολυτέλεια και να διατυπώνει προτάσεις, αλλά και να υποδεικνύει λύσεις, χωρίς να φοβάται το, κακώς εννοούμενο, πολιτικό κόστος.
Εστιάζουμε στην προτροπή της κας Διαμαντοπούλου προς την ασφαλιστική αγορά, να αναζητήσει με προτάσεις και δείγματα γραφής τη νέα της θέση στην Ελλάδα.
Δημήτρης Ρουχωτάς
Κυρία Διαμαντοπούλου, γιατί πιστεύετε ότι δεν έχει προχωρήσει ακόμα ουσιαστικά η συνεργασία του δημόσιου τομέα με τις ασφαλιστικές εταιρείες στον χώρο των υπηρεσιών υγείας, κάτι που είχε υποστηριχθεί ιδιαιτέρως επί υπουργού υγείας Παπαδόπουλου, αλλά και μετέπειτα από άλλους υπουργούς;

Α.Δ.: Η πολιτική βούληση για συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα στην υγεία έχει διατυπωθεί πολλές φορές, παρά το ότι ο δογματισμός και η ιδεοληψία περιβάλλουν αυτό το θέμα. Το ζητούμενο είναι εάν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη συνεργασία αυτή, ώστε να είναι εμφανές το όφελος για τον πολίτη. Ούτε η πολιτεία ούτε η ασφαλιστική αγορά έχουν διατυπώσει ένα αμοιβαίως αποδεκτό πλαίσιο συνεργασίας.

Το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι η ανακοίνωση των στρατηγικών στόχων που επιδιώκει να επιτύχει η ασφαλιστική αγορά, και στη συνέχεια πρέπει να περιγράψει τις προτάσεις της για την επίτευξη των στόχων αυτών. Σε αυτές τις προτάσεις θα πρέπει να τοποθετηθεί η Πολιτεία.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι συνεργασίας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα στην υγεία. Πρέπει οι προτάσεις που θα διατυπωθούν να περιγράφουν λεπτομερώς το πλαίσιο συνεργασίας, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και τα οφέλη που θα προκύψουν κυρίως για τον δημόσιο τομέα υγείας.

Αντιλαμβάνομαι ότι από την πλευρά της ασφαλιστικής αγοράς, οι προϋποθέσεις συνεργασίας με τον Δημόσιο τομέα απαιτούν: πρώτον, ένα νέο ισοζύγιο κινδύνων μεταξύ δημόσιου – ιδιωτικού τομέα στην υγεία και, δεύτερον, τη δραστική αναβάθμιση των νοσοκομείων του ΕΣΥ γενικότερα και, ειδικότερα, τη δημιουργία πτερύγων υποδοχής των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διαπιστωθεί η ετοιμότητα της ασφαλιστικής αγοράς για μια τέτοια συνεργασία. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χρειάζονται οι κατάλληλες πληροφοριακές υποδομές, τα χαμηλά λειτουργικά κόστη και τα σύγχρονα συστήματα πωλήσεων.

Θα έχει ιδιαίτερα θετική κοινωνική απήχηση η θέση της ιδιωτικής ασφαλιστικής αγοράς όταν στηρίζει τη δραστική αναβάθμιση των νοσοκομείων του ΕΣΥ, διότι αυτό θα δημιουργήσει συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού με τα ιδιωτικά νοσοκομεία, με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους νοσηλείας, προς όφελος των ασφαλισμένων λόγω των χαμηλότερων ασφαλίστρων.

Η πολιτική βούληση για συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα στην υγεία έχει διατυπωθεί πολλές φορές, παρά το ότι ο δογματισμός και η ιδεοληψία περιβάλλουν αυτό το θέμα. Το ζητούμενο είναι εάν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη συνεργασία αυτή, ώστε να είναι εμφανές το όφελος για τον πολίτη. Ούτε η πολιτεία ούτε η ασφαλιστική αγορά έχουν διατυπώσει ένα αμοιβαίως αποδεκτό πλαίσιο συνεργασίας.

Ποια είναι τα συγκεκριμένα βήματα που πιστεύετε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει μια επόμενη κυβέρνηση, προκειμένου να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στο ζήτημα αυτό; Θεωρείτε ότι είναι κρίσιμη και επείγουσα η αντιμετώπισή του και γιατί;

Α.Δ.: Η πολιτεία πρέπει να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των ιδιωτικών δαπανών υγείας, που καταδυναστεύουν τους Έλληνες πολίτες. Η ελληνική οικογένεια πληρώνει από την τσέπη της το 40% των συνολικών δαπανών υγείας, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στον αναπτυγμένο κόσμο. Η επόμενη κυβέρνηση πρέπει να το θέσει ως θέμα προτεραιότητας και να προτείνει λύσεις.

Εμείς στο ΔΙΚΤΥΟ (www.todiktio.eu) παρουσιάσαμε πέρυσι μια συνολική πρόταση για την αναδόμηση και τον ανασχεδιασμό λειτουργίας του εθνικού συστήματος υγείας. Η κεντρική ιδέα της πρότασης αυτής είναι ότι τα δημόσια νοσοκομεία πρέπει να αποκτήσουν τη νομική μορφή του ΝΠΙΔ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ, και στη συνέχεια να δημιουργηθεί μια «εσωτερική αγορά» στο δημόσιο σύστημα υγείας, η οποία θα δώσει τα κατάλληλα κίνητρα στις νέες διοικήσεις των νοσοκομείων να βελτιώσουν τις υποδομές και τις παρεχόμενες υπηρεσίες, ούτως ώστε να γίνουν πλήρως ανταγωνιστικά προς τα ιδιωτικά νοσοκομεία και να προσελκύσουν πελάτες και πόρους από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Έτσι θα τους δοθεί και η δυνατότητα να προσφέρουν υπηρεσίες ποιότητας στα πλέον αδύναμα οικονομικά στρώματα.

Στην ίδια πρόταση περιγράψαμε λεπτομερώς και ένα πλαίσιο συνεργασίας του ΕΟΠΥΥ με την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά, με βάση το αντίστοιχο μοντέλο του γαλλικού συστήματος υγείας.

Ο στόχος είναι η δραστική μείωση των ιδιωτικών δαπανών υγείας από το υφιστάμενο ποσοστό του 40% στο 15%. Πρέπει να επισημάνω ότι στη Δ. Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου στο 10%. Στη Γαλλία, το 93% του πληθυσμού αγοράζει από την ιδιωτική ασφάλιση συμπληρωματικές καλύψεις υγείας. Εάν επιτύχουμε ακόμα και το μισό του ποσοστού αυτού στην Ελλάδα, θα είναι μεγάλη ανακούφιση για τα οικονομικά της μέσης ελληνικής οικογένειας.

Καμία πρωτοβουλία δεν φαίνεται να προχωρά στη χώρα μας σε ό,τι αφορά τη δημιουργία δομών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών μέσα από το εργαλείο της ιδιωτικής ασφάλισης. Η ΕΑΕΕ προχώρησε πρόσφατα σε μια ολοκληρωμένη σχετική μελέτη και πρόταση, ωστόσο δεν φαίνεται να βρίσκει συνομιλητή από την πλευρά της πολιτείας. Πού θα λέγατε ότι οφείλεται αυτή η ολιγωρία και η απροθυμία; Τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση;

Α.Δ.: Δεν γνωρίζω τη σχετική μελέτη της ασφαλιστικής αγοράς για τις φυσικές καταστροφές και θα ήταν χρήσιμο να δημοσιοποιηθεί ευρύτερα. Αλλά το θέμα των φυσικών καταστροφών δεν αφορά μόνο την ασφαλιστική αγορά και τη διαχείριση των ζημιών.

Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν αναπτυχθεί ολιστικές μέθοδοι διαχείρισης κινδύνων από φυσικές καταστροφές, με στόχο την ελαχιστοποίηση του κόστους διαχείρισης των καταστροφών αυτών.

Χρειάζεται, λοιπόν, η Ελλάδα να προσαρμοστεί στις διεθνείς εξελίξεις και να δημιουργήσει έναν Οργανισμό Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών, για την αντιμετώπιση των σεισμών, των πλημμυρών, των ζημιών από πυρκαγιές, καταιγίδες, κ.λπ. Εάν είχαμε έναν τέτοιο εξειδικευμένο οργανισμό, η διαχείριση της πυρκαγιάς στο Μάτι θα ήταν εντελώς διαφορετική και με πολύ λιγότερα θύματα.

Ενδεχομένως, η καλύτερη λύση θα ήταν να μετατραπεί ο ΟΑΣΠ σε έναν τέτοιο σύγχρονο οργανισμό, διότι διαθέτει επαρκείς υποδομές και επιστημονικό δυναμικό για να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των νέων συνθηκών.

Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί και η πρόταση της ασφαλιστικής αγοράς για τις φυσικές καταστροφές.

Μετά τις επικείμενες εκλογές, πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο για τη διαχείριση των κινδύνων των φυσικών προσώπων στην Ελλάδα, στη βάση ενός νέου ισοζυγίου μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ώστε να αντιμετωπισθεί πολύ πιο αποτελεσματικά προς όφελος των πολιτών το θέμα της ασφάλισης έναντι κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό η ασφαλιστική αγορά πρέπει να αναζητήσει με προτάσεις και δείγματα γραφής τη νέα της θέση.

Άνοιξε πρόσφατα ξανά, μέσα από δηλώσεις του Προέδρου της Ν.Δ. κ. Κ. Μητσοτάκη, της Υπουργού κας Ε. Αχτσιόγλου αλλά και άλλων στελεχών των κομμάτων της Κυβέρνησης και της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, το θέμα της ενεργοποίησης του τρίτου πυλώνα στον τομέα των Συντάξεων. Πιστεύετε ότι πρόκειται για ανάγκη ή για επιλογή;

Α.Δ.: Στο ΔΙΚΤΥΟ είμαστε οι πρώτοι που παρουσιάσαμε από το 2016 ένα πλήρες σχέδιο ενός νέου συστήματος συντάξεων που να ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες της χώρας. Η βασική πρόταση ήταν ότι πρέπει να θεσπίσουμε ένα σύστημα πολλαπλών πυλώνων και να γίνει μεγάλη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Μετά και την πλήρη κατάρρευση και του νόμου Κατρούγκαλου, όλοι συμφωνούν πλέον ότι η χώρα χρειάζεται ένα νέο σύστημα συντάξεων που θα λύσει οριστικά το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας. Η αποτυχία των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης στον τομέα αυτό ήταν ένας από τους κύριους λόγους της αύξησης του δημόσιου χρέους και της οικονομικής καταστροφής της χώρας.

Η πρότασή μας βασίζεται στη συμπλήρωση του διανεμητικού συστήματος με ένα κεφαλαιοποιητικό πρόγραμμα ατομικών λογαριασμών, με ταυτόχρονη δραστική μείωση των εισφορών. Η μείωση των εισφορών θα δώσει τη δυνατότητα στις νέες γενιές των εργαζομένων να συμπληρώσουν την κρατική σύνταξη με μια πρόσθετη παροχή από ένα Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης ή να αγοράσουν ομαδικές ή ατομικές ασφαλίσεις.

Επιπλέον, το προτεινόμενο σύστημα συντάξεων θα αλλάξει την κουλτούρα των νέων γενεών όσον αφορά στη διαχείριση των μακροχρόνιων οικονομικών κινδύνων σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο. Τέλος, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα θα ενισχύσει δραστικά τη θεσμική αποταμίευση και θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Με δεδομένο ότι αποτελείτε ένα έμπειρο και δοκιμασμένο πολιτικό στέλεχος, μπορείτε να μας δώσετε μια εξήγηση της αρνητικής κατ’ αρχήν τοποθέτησης των πολιτικών στελεχών απέναντι στην ιδιωτική ασφάλιση;

Α.Δ.: Υπάρχουν δύο διαστάσεις στο θέμα αυτό. Η πρώτη αφορά στα αίτια που διέπουν την αρνητική στάση των πολιτών και των πολιτικών προς την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά. Αυτή είναι μια ανάλυση που πρέπει να κάνει με μεγάλη προσοχή και αυτοκριτικά η ίδια η ασφαλιστική αγορά.

Η δεύτερη διάσταση αφορά το πραγματικό ισοζύγιο κινδύνων μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην ελληνική κοινωνία. Εάν οι πολιτικοί συσχετισμοί δυνάμεων είναι υπέρ της ανάληψης του συνόλου των κινδύνων από το κράτος, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα στις ασφαλίσεις.

Αυτό πράγματι συνέβη στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης: οι περισσότεροι κίνδυνοι που αφορούν στα φυσικά πρόσωπα (θανάτου, υγείας, ατυχημάτων, γήρανσης, κ.λπ.) αναλήφθηκαν από το κράτος και τα ελλείμματα των ασφαλιστικών οργανισμών καλύφθηκαν από τα γενικά φορολογικά έσοδα, όπως έγινε στο σύστημα υγείας και στο σύστημα συντάξεων. Όταν και οι φόροι δεν επαρκούσαν, η χώρα δανειζόταν μεγάλα ποσά που επιβάρυναν το δημόσιο χρέος.

Από το 2000 μέχρι σήμερα το κράτος έχει χρηματοδοτήσει τις συντάξεις με 250 δισεκατομμύρια ευρώ, και είναι ο κύριος λόγος για την «πτώχευση» της χώρας, λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης του υπερβολικού χρέους.

Μετά τις επικείμενες εκλογές, πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο για τη διαχείριση των κινδύνων των φυσικών προσώπων στην Ελλάδα, στη βάση ενός νέου ισοζυγίου μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ώστε να αντιμετωπισθεί πολύ πιο αποτελεσματικά προς όφελος των πολιτών το θέμα της ασφάλισης έναντι κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό η ασφαλιστική αγορά πρέπει να αναζητήσει με προτάσεις και δείγματα γραφής τη νέα της θέση.