Τι δείχνουν οι Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις για την Ελλάδα

Η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα επηρεάσουν και την Ελλάδα, δημιουργώντας οικονομική επιβράδυνση και αύξηση του πληθωρισμού, σύμφωνα με τις Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις του 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύτηκαν στις 21 Μαΐου. Πιο αναλυτικά, για τη χώρα μας αναφέρονται τα εξής:
Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να επιβραδυνθεί, από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026, καθώς η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας υπονομεύει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την αύξηση της κατανάλωσης. Ωστόσο, η αύξηση των επενδύσεων αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, υποστηριζόμενη από τη συνεχιζόμενη απορρόφηση των κονδυλίων της ΕΕ. Το 2027, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί ελαφρώς στο 1,6%, καθώς η εφαρμογή του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) ολοκληρώνεται. Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026, τροφοδοτούμενος από την απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας. Το 2027, ωστόσο, ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί στο 2,4%, αλλά ο πληθωρισμός εκτός ενέργειας και τροφίμων αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, καθώς η απότομη αύξηση των τιμών θα μετακυλιστεί και στα μη ενεργειακά αγαθά. Η ανεργία προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, αν και με βραδύτερο ρυθμό, φθάνοντας στο 7,9% το 2027. Η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει ευνοϊκή δημοσιονομική θέση, με σταθερά πλεονάσματα κατά την περίοδο 2025–2027, παρά τα διαρθρωτικά δημοσιονομικά μέτρα. Η σταθερή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα προβλέπεται να συνεχίσουν να οδηγούν τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ σε σταθερή πτωτική πορεία, πλησιάζοντας το 134% έως τα τέλη του 2027.
| Δείκτες | 2025 | 2026 | 2027 |
| Αύξηση του ΑΕΠ (%, σε ετήσια βάση) | 2,1 | 1,8 | 1,6 |
| Πληθωρισμός (%, σε ετήσια βάση) | 2,9 | 3,7 | 2,4 |
| Ανεργία (%) | 8,9 | 8,3 | 7,9 |
| Ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης (% του ΑΕΠ) | 1,7 | 0,8 | 0,6 |
| Ακαθάριστο δημόσιο χρέος (% του ΑΕΠ) | 146,1 | 140,7 | 134,4 |
Τα κονδύλια της ΕΕ και η αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική μετριάζουν τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης
Το 2025, η ελληνική οικονομία διατήρησε τη δυναμική της ανάπτυξης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% για τρίτη συνεχή χρονιά, ωθούμενο από τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές.
Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, υποστηριζόμενη από την ιστορικά υψηλή εισροή κονδυλίων της ΕΕ στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Ωστόσο, η κρίση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να μειώσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Το έκτακτο δημοσιονομικό πακέτο που ανακοινώθηκε το 2025, το οποίο περιλαμβάνει μειώσεις του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και αυξήσεις των μισθών στο δημόσιο τομέα, σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα στον τομέα της ενέργειας, αναμένεται να μετριάσει κάπως αυτόν τον αντίκτυπο. Ωστόσο, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί. Η ζήτηση εισαγωγών αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, λόγω της υψηλής εξάρτησης των επενδύσεων από τις εισαγωγές. Η αύξηση της παραγωγής προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω το 2027, καθώς οι επενδύσεις επιβραδύνονται λόγω της ολοκλήρωσης του RRF. Συνολικά, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να επιβραδυνθεί στο 1,8 % το 2026 και στο 1,6 % το 2027, παραμένοντας ωστόσο πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι κίνδυνοι παραμένουν καθοδικοί, καθώς μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να επιβραδύνει τις εξαγωγές υπηρεσιών, ιδίως τον τουρισμό.
Η αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική
Η αγορά εργασίας συνέχισε να αναπτύσσεται το 2025, με το ποσοστό ανεργίας να μειώνεται στο 8,4% το τελευταίο τρίμηνο, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 2008, αν και πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 6%. Το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητο, κοντά στο 5% –το υψηλότερο στην ΕΕ– αντανακλώντας μακροχρόνιες διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως το χάσμα δεξιοτήτων και οι ανεπαρκείς λύσεις για τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Τα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας συνέχισαν να μειώνονται, αλλά εξακολουθούν να υποδηλώνουν μια σφιχτή αγορά εργασίας, ιδίως στον τουρισμό και τις κατασκευές. Η αύξηση της απασχόλησης αναμένεται να συνεχιστεί, αλλά με πιο συγκρατημένο ρυθμό, περιοριζόμενη από διαρθρωτικά εμπόδια και την ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα.
Η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας οδηγεί τις πληθωριστικές εξελίξεις
Ο πληθωρισμός παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα το 2025, με μέσο όρο 2,9%, αντανακλώντας την ισχυρή ζήτηση, την στενότητα της αγοράς εργασίας και τον αντίκτυπο των μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η πρόσφατη ραγδαία αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών λιανικής πώλησης ενέργειας και, κατά συνέπεια, του πληθωρισμού το 2026, με τις επιπτώσεις να μετακυλίονται σταδιακά στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών εκτός του ενεργειακού τομέα. Το 2027, μια υποθετική διόρθωση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να συμβάλει στη μείωση του πληθωρισμού, αλλά η καθυστερημένη αύξηση των τιμών των ενεργοβόρων αγαθών και υπηρεσιών θα διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, η ισχυρή ζήτηση και οι μισθολογικές πιέσεις, που τροφοδοτούνται από την έλλειψη εργατικού δυναμικού, θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την εξέλιξη των τιμών. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026 και να φθάσει στο 2,4% το 2027.
Διατήρηση της δημοσιονομικής ευρωστίας, παρά τα μέτρα ενίσχυσης
Το 2025, το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 1,7 % του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας το 1,1% του ΑΕΠ που είχε προβλεφθεί στις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής για το 2025. Το καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα αντανακλά δαπάνες χαμηλότερες από τις προβλεπόμενες, ιδίως στις τρέχουσες δαπάνες, καθώς και έσοδα υψηλότερα από τα αναμενόμενα, κυρίως από τον ΦΠΑ, χάρη στη συνεχιζόμενη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Το 2026, το πλεόνασμα αναμένεται να παραμείνει ισχυρό, αλλά να περιοριστεί στο 0,8 % του ΑΕΠ. Η πρόβλεψη αυτή ενσωματώνει διαρθρωτικά μέτρα που εκτιμώνται στο 0,6 % του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,8 % του ΑΕΠ μόνιμα από το 2027 και μετά, συμπεριλαμβανομένων μειώσεων στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, στον φόρο ακίνητης περιουσίας και στον ΦΠΑ, καθώς και αυξήσεων στις συντάξεις και στους μισθούς του δημόσιου τομέα. Περιλαμβάνει επίσης προσωρινά μέτρα στήριξης, που εκτιμώνται στο 0,2 % του ΑΕΠ, τα οποία θεσπίστηκαν ως απάντηση στην πρόσφατη αύξηση των τιμών των καυσίμων. Τα μέτρα αυτά έχουν ευρεία στόχευση και περιλαμβάνουν επιδοτήσεις καυσίμων για τα νοικοκυριά, στήριξη των μεταφορών και της γεωργίας, εφάπαξ επίδομα για οικογένειες με παιδιά και αποζημίωση για τους φορείς εκμετάλλευσης πορθμείων. Επιπλέον, οι πρόσφατα ανακοινωθείσες αλλαγές σε υφιστάμενα μέτρα, όπως η αύξηση του επιδόματος των συνταξιούχων και η αναθεώρηση των κριτηρίων εισοδήματος για το επίδομα ενοικίου, εκτιμάται ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος περίπου 0,1 % του ΑΕΠ. Επιπλέον, οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από 2,4 % του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6 % του ΑΕΠ το 2026. Η εξέλιξη των εσόδων, υποστηριζόμενη από την ονομαστική ανάπτυξη, αναμένεται να αντισταθμίσει εν μέρει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των μέτρων αυτών.
Το 2027, το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε πλεόνασμα ύψους 0,6% του ΑΕΠ. Αυτό αντανακλά τη συνεχιζόμενη μέτρια αύξηση των δαπανών. Ταυτόχρονα, αναμένεται ότι διάφορα μέτρα μείωσης του πλεονάσματος θα επιβαρύνουν το ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου αντίκτυπου του δημοσιονομικού πακέτου του 2026 (0,8 % του ΑΕΠ), της περαιτέρω μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (0,1 % του ΑΕΠ) και των πρόσθετων αυξήσεων των μισθών στον δημόσιο τομέα.
Ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, σχεδόν 43 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από το προ-COVID υψηλό που καταγράφηκε το 2018. Ο δείκτης προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνεται, φθάνοντας στο 134,4% έως το 2027, υποστηριζόμενος από την ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και τα διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού.
Διαβάστε επίσης: Επιβράδυνση της ανάπτυξης δείχνουν οι εαρινές οικονομικές προβλέψεις
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News

