Άρθρα

Μη απόδοση εισπραχθέντων ασφαλίστρων από ασφαλιστικό πράκτορα

Η μη απόδοση, από τον ασφαλιστικό πράκτορα των κατ’ εντολή της ασφαλιστικής επιχείρησης εισπραχθέντων ασφαλίστρων είναι πράξη παράνομη και αντισυμβατική. Αποτελεί σαφή παράβαση των όρων της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης αλλά ταυτόχρονα και αδικοπραξία, η οποία έχει συχνά κριθεί ως τέτοια από τη Δικαιοσύνη.

Του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής – M.T.E.Y. (e-mail: [email protected])

Στο παρελθόν, το πλαίσιο το οποίο ίσχυε, όσον αφορά στη διαδικασία απόδοσης των ασφαλίστρων που εισπράττονταν από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, δεν συνέβαλε, στον βαθμό που ήταν αναγκαίο, στην άμεση εκκαθάριση των οικονομικών αυτών σχέσεων (Το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται πλέον σύμφωνα με το άρθρο 146 του ν. 4364/2016). Όχι σπάνια, εμφανίζονταν περιπτώσεις άρνησης ή αδυναμίας απόδοσης των εισπραχθέντων ασφαλίστρων.
Η μη απόδοση, όμως, από τον ασφαλιστικό πράκτορα των κατ’ εντολή της ασφαλιστικής επιχείρησης εισπραχθέντων ασφαλίστρων είναι πράξη παράνομη και αντισυμβατική, με αφενός μεν αστικές, ενίοτε δε και ποινικές συνέπειες.
Αποτελεί σαφή παράβαση των όρων της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης αλλά ταυτόχρονα και αδικοπραξία, η οποία έχει συχνά κριθεί ως τέτοια από τη Δικαιοσύνη. Άλλως, παράγει ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη.

 

Πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου του Πειραιά (ΜΠρΠειρ 81/217, ΔΕΕ 2018, τεύχος 2ο, σελ. 239 επ.) μεταξύ άλλων έκρινε:

(…) Ότι σύμφωνα με τους όρους της ως άνω «υπογραφείσης σύμβασης πρακτόρευσης», ο εναγόμενος ανέλαβε, έναντι προμήθειας, τη διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών, στο όνομα και για λογαριασμό της, στους αναφερόμενους κλάδους ασφάλισης, δραστηριότητάς της, και ειδικότερα να διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους, να προσυπογράφει τα εκδιδόμενα ασφαλιστήρια, να εισπράττει τα ασφάλιστρα, να αποδίδει αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και γενικά της διαχείρισης στις αρχές κάθε μήνα, και αφαιρουμένης της εκάστοτε προμήθειάς του, να αποδίδει, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, το πλεόνασμα.

Ότι για την εξυπηρέτηση της σύμβασης, δημιουργήθηκε από αυτή δοσοληπτικός λογαριασμός, στον οποίο ο εναγόμενος χρεωνόταν με το ποσό των μεικτών ασφαλίστρων και πιστωνόταν με τις προμήθειες και τις εκάστοτε καταβολές της.

Ότι ο προαναφερόμενος τηρούμενος λογαριασμός, κατά το οριστικό του κλείσιμο, στις …, λόγω λύσης της σύμβασης πρακτόρευσης, κατόπιν καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγόμενου, ποσού … ευρώ, το οποίο ο τελευταίος αρνείται να της αποδώσει.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, έχοντας ως κύρια βάση της αγωγής της τη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και την ταυτόσημη με την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, αδικοπραξία, επικουρικά δε και για την περίπτωση που η σύμβαση πρακτόρευσης κριθεί άκυρη, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των … ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από …. μέχρι την εξόφληση.

Επιπρόσθετα, ζήτησε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, να απαγγελθεί κατά του εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας του, προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 7, 8, 9, 10, 14 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 233 επ., όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτησης, δηλαδή πριν την τροποποίησή ή αντικατάστασή τους με το Ν 4335/2015).

Είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 725 ΑΚ, 219, 907, 908, 1047 παρ. 1 εδ. α’ και 176 ΚΠολΔ, δεδομένου δε, ότι για το καταψηφιστικό της αντικείμενο έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. …/1.10.2014 διπλότυπο είσπραξης της Γ΄ ΔΟΥ Πειραιώς), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφό της επιτρέπεται η ομολογία.

Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να γίνει δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των … ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από … μέχρι την εξόφληση, καθόσον αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφό της, δεδομένου ότι θεωρούνται ως ομολογημένοι από τον ερημοδικαζόμενο εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε, κατά τον χρόνο συζήτησης, δηλαδή πριν από την αντικατάστασή της με το Ν 4335/2015), και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Η απόφαση, ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη, πρέπει να κηρυχτεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα που νίκησε (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ). Ακολούθως, κατά του εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας του, πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. (…)

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας