Διεθνή

Με τα μάτια στραμμένα στη Βραζιλία

Το 20ό Παγκόσμιο Κύπελλο ξεκινά σήμερα στη Βραζιλία και θα προσελκύσει το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Όταν ανακοινώθηκε η απόφαση για τον τόπο του φετινού τουρνουά, τον Οκτώβριο του 2007, λίγο μετά την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, υπήρχαν μεγάλες ελπίδες ότι το υποτιθέμενο οικονομικό θαύμα της Βραζιλίας θα λάμβανε περαιτέρω ώθηση, λόγω της διοργάνωσης. Άλλωστε, οι επενδύσεις σε υποδομές που σχετίζονται με σημαντικά γεγονότα, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο και οι Ολυμπιακοί Αγώνες (οι επόμενοι επίσης θα φιλοξενηθούν στη Βραζιλία), πάντα αναμένεται να παράσχουν επιπλέον κίνητρο για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.

Ωστόσο, όπως επισημάνει ο κ. Michael Menhart, Επικεφαλής του τμήματος Οικονομικών Ερευνών της Munich Re, σε σχετικό άρθρο του στο Topics Online, «σήμερα οι ελπίδες αυτές απέχουν πολύ από το να γίνουν πραγματικότητα. Η οικονομία της Βραζιλίας παραπαίει. Στα πέντε χρόνια πριν από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οικονομία της γνώρισε σχετικά σταθερό ετήσιο ρυθμό αύξησης 5% κατά μέσο όρο. Ωστόσο, το 2014, τη χρονιά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το αναμενόμενο ποσοστό αύξησης είναι μόλις 1,8%. Σε ολόκληρη την περιοχή της Λατινικής Αμερικής, μόνο η Αργεντινή και η Βενεζουέλα είναι πιθανό να παρουσιάσουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης”, επισημαίνει το στέλεχος της Munich Re, σημειώνοντας ότι «ένα από τα πιο ελπιδοφόρα μέλη της ομάδας BRIC, η Βραζιλία, έχει γίνει σήμερα μέλος της ομάδας των εύθραυστων πέντε (fragile five“). Μαζί με την Ινδία, την Τουρκία, την Ινδονησία και τη Νότια Αφρική, η Βραζιλία ήταν μια από τις χώρες που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτες, όταν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ απλώς ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αυξήσει τα επιτόκια, σηματοδοτώντας έτσι μια κλιμάκωση πίσω από την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης. Οι επενδυτές απέσυραν αμέσως τα χρήματά τους από τις παραπάνω χώρες. Από τα μέσα του περασμένου έτους, το ρεάλ Βραζιλίας έχει μειωθεί κατακόρυφα σε αξία έναντι του δολαρίου ΗΠΑ. Η ταχεία διολίσθηση κάνει τις εισαγωγές πιο ακριβές, και η πίεση επί των τιμών οδηγεί σε υψηλό πληθωρισμό, πολύ πάνω από τον στόχο του 4,5% της κυβέρνησης. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η τάση, η Κεντρική Τράπεζα της Βραζιλίας απάντησε με επανειλημμένες αυξήσεις των επιτοκίων, με αποτέλεσμα την αποδοχή περαιτέρω μείωση της οικονομικής ανάπτυξης».

Τα σημερινά προβλήματα είναι η συνέπεια των καθυστερήσεων στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις

Όπως αναφέρει ο κ. Menhart, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη Βραζιλία στο να αναπτύξει τις οικονομικές της δυνατότητες είναι οι ανεπαρκείς υποδομές: «Τα λιμάνια εμπορευματοκιβωτίων της εδώ και πολύ καιρό έχουν φτάσει στα όρια των δυνατοτήτων τους. Μόλις το 15% των δρόμων της είναι κλειστές αρτηρίες και με μόλις 30.000 km σιδηροτροχιάς, το σιδηροδρομικό της δίκτυο είναι αρκετά ασήμαντο σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες περιορίζουν την ανάπτυξη της χώρας. Η επέκταση των γραμμών μεταφοράς που έχει ήδη αρχίσει προχωρεί με πάρα πολύ αργό ρυθμό».

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι η Βραζιλία είναι υπερβολικά εξαρτημένη από τις εξαγωγές των πρώτων υλών της. Η άνοδος των τιμών των πρώτων υλών ενίσχυσε τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που η χώρα απολάμβανε μέχρι την οικονομική κρίση. Αλλά οι τιμές έχουν μειωθεί από το 2011. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή είναι ελάχιστα ανταγωνιστική.

Σύμφωνα με τον κ. Michael Menhart, «οι επενδύσεις στον τομέα της εκπαίδευσης, οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις, και το σημαντικότερο, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, είναι όλα όσα η χώρα χρειάζεται επειγόντως».
Για τον ίδιο «το υψηλού κόστους συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα παροχών και μια νεαρή ηλικία εισόδου, απαιτεί επίσης μεταρρύθμιση, και αυτό το βήμα θα μπορούσε να παράγει θετικά αποτελέσματα». Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι, «αν ο πληθυσμός ενθαρρυνόταν, μέσω κινήτρων αποταμίευσης, όπως φορολογικές εκπτώσεις, για να κάνει προσωπική πρόβλεψη για τις συντάξεις, θα μείωνε κατ’ αρχάς το βάρος του κοινωνικού συστήματος, ενώ θα επέτρεπε στις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν με τις αποταμιεύσεις αυτές τις επενδύσεις των εταιρειών. Αυτό θα μειώσει την εξάρτηση της Βραζιλίας από τους ξένους επενδυτές, ενώ και οι επιπτώσεις από την εκροή κεφαλαίων θα είναι λιγότερο σοβαρή από ό, τι είναι σήμερα», σημειώνει ο κ.Menhart.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, θεωρεί ότι είναι το γεγονός ότι οι οικονομικές διεργασίες παρεμποδίζονται από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά. «Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, πρόκειται για δύο από τους πέντε πιο προβληματικούς παράγοντες κατά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στη Βραζιλία», επισημαίνει χαρακτηριστικά. Για τον ίδιο «ο προστατευτισμός, επίσης, εμποδίζει την απελευθέρωση της αγοράς και το άνοιγμα που απαιτείται για την ανάπτυξη» και αναφέρει ως παράδειγμα τη διεθνή αντασφάλιση, οι δραστηριότητες της οποίας εμποδίζονται από νόμο που προβλέπει ότι το 40% κάθε αντασφαλιστικής κάλυψης θα πρέπει να τοποθετείται σε τοπικό αντασφαλιστή.

«Η Βραζιλία δεν είναι σε θέση να αποφύγει κάποιες οδυνηρές μεταρρυθμίσεις, εάν θέλει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της», τονίζει το στέλεχος της Munich Re. «Αυτές οι δυνατότητες είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Η χώρα πληροί όλες τις προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη: έχει μια μεσαία τάξη που έχει αναπτυχθεί εδώ και χρόνια, σχετικά νεαρό πληθυσμό, πλούτο σε πρώτες ύλες και ένα σχετικά καλά ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ανάπτυξη θα έρθει, αν και όχι τόσο γρήγορα όσο αναμενόταν πριν από λίγα χρόνια. Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό το γεγονός: δεν είναι υποκατάστατο για τις ίδιες μεταρρυθμίσεις, αλλά ίσως να αλλάξει τη διάθεση της χώρας, και όχι μόνο, εάν οι Σελεσάο νικήσουν. Και όπως είδαμε στη Γερμανία το 2006, αυτό μπορεί να είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας», καταλήγει ο κ. Menhart.

 

Η ασφαλιστική διάσταση του μουντιάλ

Στα $ 1,25 δις (£ 744m) έχει εκτιμηθεί το ασφαλισμένο ποσό για πιθανή ακύρωση του 2014 FIFA World Cup, στη Βραζιλία, από τον εξειδικευμένο ασφαλιστή Beazley.

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό άρθρο του Callum Brodie στο Post, η Beazley δημιούργησε μια λίστα με προβλέψεις σχετικά με τα ασφαλισμένα ποσά για κινδύνους όπως η ακύρωση της διοργάνωσης, οι παραβιάσεις στον κυβερνοχώρο, οι τραυματισμοί παικτών και η τρομοκρατία. Ο ασφαλιστής εκτιμά ότι η διοργάνωση στο σύνολό της ή κάποιο σημαντικό παιχνίδι θα μπορούσαν να ματαιωθούν εξαιτίας πολιτικών αναταραχών, κλείσιμο δημόσιων μεταφορών, άρνηση πρόσβασης σε χώρους αγώνων ή ακόμα και μιας ξαφνικής έξαρσης κάποιας νόσου.

Η διοργάνωση, από τις χορηγίες έως την επιστροφή της αξίας εισιτηρίων, δεσμεύει τόσο μεγάλα κεφάλαια που οι εταιρείες διοργάνωσης εκδηλώσεων και οι κατασκευαστές αναμνηστικών έχουν πιθανότατα κάλυψη για την πιθανότητα ακύρωσης της διοργάνωσης ύψους $500εκατ.

Με τις ομαδικές κρατήσεις να έχουν γίνει χρόνια πριν, τα ξενοδοχεία θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με πολύ μεγάλες οικονομικές ζημίες σε περίπτωση ακύρωσης της εκδήλωσης ή μετακίνησή της σε άλλη περιοχή. Υπολογίζεται λοιπόν ότι έχουν ασφαλιστική κάλυψη για αυτούς τους κινδύνους, που μπορεί να φτάνει τα $110 εκατ.

Εν τω μεταξύ, ένας σημαντικός κίνδυνος για τους συνοδούς των παικτών, τις οικογένειές τους και τους συνοδούς των ομάδων είναι η απαγωγή. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό οι περισσότεροι συμμετέχοντες υψηλού προφίλ να έχουν ασφαλιστική κάλυψη για απαγωγή και λύτρα, με το εκτιμώμενο ασφαλισμένο ποσό ανά ομάδα να φτάνε τα $ 25 εκατ.

Οι σύλλογοι των παικτών μπορεί επίσης να έχουν ασφαλιστεί για προσωπικά ατυχήματα, απώλεια εισοδήματος των παικτών, ακόμα και για μεταγραφές. Η έκθεση για κάθε παίκτη-αστέρα υπολογίζεται σε $ 140 εκατ.

Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους στον κυβερνοχώρο, οι εταιρείες έκδοσης εισιτηρίων αναμένεται να έχουν ασφάλιση παραβίασης δεδομένων που θα τις βοηθήσει να μετριάσουν την οικονομική ζημία και τους κινδύνους βλάβης του brand τους, στην περίπτωση που κλαπούν οικονομικές πληροφορίες των πελατών τους. Η Beazley εκτιμά ότι το ασφαλισμένο ποσό για ένα μεμονωμένο γραφείο εισιτηρίων είναι πάνω από $ 100 εκατ.

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας