Άρθρα

Πότε ο λήπτης της Ασφάλισης θεωρείται Καταναλωτής;

O χαρακτηρισμός του λήπτη της ασφάλισης ως «καταναλωτή» επιδρά στη σχέση μεταξύ αυτού και του ασφαλιστή με τον οποίο έχει συνάψει ασφαλιστική σύμβαση. Τούτο δε διότι στις περιπτώσεις αυτές ο λήπτης της ασφάλισης απολαμβάνει της προστασίας του Ν 2251/1994 και των σημαντικών ευεργετικών διατάξεων για το ασθενέστερο στην ασφαλιστική σχέση μέρος, ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ της ασφαλιστικής σύμβασης.

Η απόφαση του Άρειου Πάγου

Σχετικά με το ζήτημα σε ποιες περιπτώσεις θεωρείται ο λήπτης της ασφάλισης καταναλωτής, μεταξύ άλλων, έκρινε ο Άρειος Πάγος σε πρόσφατη απόφασή του (ΑΠ 788/2018 ΔΕΕ, Δεκέμβριος 2018, σελ. 1449 επ.):

(…) Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α΄ του Ν 2251/1994 «προστασία καταναλωτών», όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους.

Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διεύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας Ν 1961/1991. (…)

Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ν 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών. Αρκεί απλώς και μόνον το γεγονός ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών.

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά τον Ν 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι: «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή…

Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας (ΑΠ Ολ 13/2015).

Επομένως, καταναλωτής θεωρείται και ο λήπτης της ασφάλισης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έστω και αν ενεργεί την ασφάλιση για την ικανοποίηση των επαγγελματικών του αναγκών, αρκεί να είναι ο τελικός αποδέκτης του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, εφόσον δηλαδή είναι αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει περαιτέρω σε τρίτους. (…)

Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 Ν 2251/1994 (και περαιτέρω ότι ως τέτοιος ήταν καταχρηστικός κατά τη γενική ρήτρα της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και γι’ αυτό άκυρος), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1, 6 Ν 2251/1994 και 174, 180 ΑΚ που εφάρμοσε.

Και τούτο διότι η ένδικη ρήτρα με το παρατιθέμενο στις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου περιεχόμενο, αναφερόμενο ειδικά στην επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση ενός εξειδικευμένου και μοναδικού τεχνικού έργου κατασκευής τουριστικού λιμένα, δεν συνιστά ΓΟΣ, δηλαδή ασφαλιστικό όρο προδιατυπωμένο και καθορισμένο εκ των προτέρων από τον ασφαλιστή κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσει το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού παρόμοιων συμβάσεων με άλλα πρόσωπα.

Η ρήτρα αυτή δεν αναφέρεται σε κάποιο ομοιόμορφο και προς χρήση για αόριστο αριθμό άλλων συμβάσεων ζήτημα, αλλά σε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που είναι το ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, το οποίο αποτελεί το σύνηθες αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Κατά λογική συνέπεια, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν 2521/1994. (…)

Θεόδωρος Κουτσούμπας, Δικηγόρος – Διδάκτωρ Νομικής – M.T.E.Y.
(e-mail: [email protected])
Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας