Μελέτες

ΚΕΠΕ- ΓΣΕΕ: Οι επιπτώσεις της Covid-19 στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα

Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), εγκαινιάζοντας τη μεταξύ τους συνεργασία, κυκλοφόρησαν από κοινού τη μελέτη με τίτλο: «Οι Κοινωνικοοικονομικές Επιπτώσεις της Πανδημίας COVID-19 στους Εργαζομένους του Ιδιωτικού Τομέα».

Σκοπός της εν λόγω μελέτης, όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, αποτέλεσε η διερεύνηση του βαθμού επίδρασης της πανδημίας COVID-19 σε τέσσερις τομείς: στον οικονομικό, στον ψηφιακό, στον ψυχολογικό και στον κοινωνικό, προκειμένου να κατατεθούν τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και εργασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Βασίστηκε σε ένα μεγάλο δείγμα 2.812 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα από το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε 85 ερωτήσεις.

Τα κυριότερα ευρήματα της Μελέτης είναι τα εξής:

i. Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είναι: (1) Ιδιαίτερα απαισιόδοξοι για τις επιπτώσεις της πανδημίας στην αντιμετώπιση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Διακατέχονται από την αγωνία περί ενδεχόμενης ανεργίας και απώλειας θέσεων εργασίας. (2) Απαισιόδοξοι αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των μέτρων της πολιτείας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. (3) Απαισιόδοξοι σχετικά με την αναμενόμενη πορεία της οικονομίας βραχυπρόθεσμα, αλλά και μακροπρόθεσμα. (4) Σχετικά ικανοποιημένοι από τις συνθήκες και την ασφάλεια που τους παρέχει η εργασία τους. (5) Ανήσυχοι αναφορικά με την ψηφιοποίηση της εργασίας· εκφράζονται φόβοι ότι η ψηφιοποίηση μπορεί να επιφέρει μείωση μισθών, αύξηση του φόρτου εργασίας και νέες ευέλικτες μορφές εργασίας. (6) Προβληματισμένοι ως προς την ομαλότητα της μετάβασης στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, όμως φαίνεται να αναγνωρίζεται η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην εκπαίδευση λόγω της ψηφιοποίησης. (7) Εξοικειωμένοι με τα ψηφιακά εργαλεία που χρησιμοποιούν στην εργασία τους, ενώ αναγνωρίζουν τις θετικές προεκτάσεις της ψηφιοποίησης στη διαχείριση ομάδων και εργασιών, όπως και τον ψηφιακό εγγραμματισμό.

ii. Επίσης για μεγάλο μέρος των εργαζομένων: (1) Υπάρχει διαταραχή στη συναισθηματική τους κατάσταση και συναισθηματική εξάντληση. (2) Υπάρχει μεγαλύτερη εξάπλωση της πανδημίας COVID-19 από αυτή που επισήμως καταγράφεται. (3) Δεν θα υπάρξει σύντομα κάποιο αποτελεσματικό φάρμακο για τον ιό. (4) Υπάρχει ο φόβος θανάτου ή το ενδεχόμενο σοβαρής νόσησης από τον κορωνοϊό. (5) Η πανδημία οδήγησε σε έλλειψη επικοινωνίας και μοναξιά. (6) Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για την περίθαλψη των ασθενών. Εντούτοις, το σύστημα υγείας δεν έχει τη δυναμικότητα να ανταποκριθεί σε ενδεχόμενη έξαρση της πανδημίας. (7) Δεν έχουν λάβει απαραίτητη εκπαίδευση για την αντιμετώπιση καταστάσεων πανδημίας, ενώ η πληροφόρηση από τα μέσα ενημέρωσης είναι αναποτελεσματική και δεν συνέβαλε στην πειθάρχηση των πολιτών κατά την περίοδο της καραντίνας.

iii. Τέλος, τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζουν σημαντική ασυμμετρία απόψεων ανάμεσα στις δημογραφικές ομάδες, ενώ οι απόψεις κάθε ομάδας μπορεί να είναι διαφορετικές στους διάφορους άξονες ανάλυσης, ακόμα και στις υποκατηγορίες εντός του κάθε άξονα. Οι άντρες έχουν δώσει συνολικά περισσότερο θετικές απαντήσεις σε σχέση με τις γυναίκες, με εξαίρεση τις ερωτήσεις που αφορούν ενημέρωση και διαχείριση από την κυβέρνηση, όπου παρατηρείται το αντίθετο. Αναφορικά με την ηλικία, παρατηρείται ότι σε νεαρότερες ηλικίες η θετικότητα και η πόλωση υπερισχύουν, ενώ σε μεγαλύτερες ηλικίες οι αρνητικές απαντήσεις πληθαίνουν. Ο μεγαλύτερος προβληματισμός παρατηρείται στους εργαζομένους ηλικίας 30 έως 40 ετών, που θα μπορούσε να θεωρηθεί η πιο παραγωγική φάση της ζωής ενός ατόμου και συνήθως σημείο καμπής για την καριέρα του. Άτομα που είναι μόνα τους τείνουν να έχουν πιο θετική στάση σε σχέση με οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά. Η περιοχή διαμονής δεν παρουσιάζει σαφή συνολικά αποτελέσματα, με εξαίρεση την πόλωση απόψεων που παρατηρείται στην Κεντρική Ελλάδα και κυρίως τις αρνητικές απόψεις των κατοίκων των Νησιών του Αιγαίου και Κρήτης. Η εκπαίδευση παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς άτομα που έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης τείνουν να έχουν εμφανώς πιο θετική στάση σε σχέση με άτομα χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου. Αυτό αντικατοπτρίζεται και σε ζητήματα εργασίας, καθώς εργαζόμενοι σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης, και ιδιαίτερα στον τραπεζικό και χρηματοοικονομικό κλάδο, εκφράζονται θετικά, ενώ σε λιγότερο εξειδικευμένους τομείς (όπως ο πρωτογενής και τα ξενοδοχεία-εστιατόρια) επικρατεί αρνητικότητα.

Ως εκ τούτου, όπως επισημαίνεται καταληκτικά, η παρούσα μελέτη καταδεικνύει ότι οι συνέπειες της πανδημίας ήταν –και εξακολουθούν να είναι– πολύπλευρες και επηρέασαν κάθε έκφανση της σύγχρονης κοινωνικοοικονομικής ζωής. Ενώ, ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ανάγκη για τη δημιουργία κατάλληλων δομών παρακολούθησης, τόσο των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19 όσο και συγκλονιστικών γεγονότων, όπως αυτό του πολέμου στην Ουκρανία, που επηρεάζει εξίσου σημαντικά με την πανδημία COVID-19 τη ζωή των πολιτών όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρου του πλανήτη.


Ακολουθήστε την Ασφαλιστική Αγορά στο Google News

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας