Γ. Στουρνάρας: Οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού τομέα

Εισαγωγική τοποθέτηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννη Στουρνάρα, στην Επιτροπή δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών, οργανισμών κοινής ωφελείας και φορέων κοινωνικής ασφάλισης της Βουλής των Ελλήνων.
«Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να παραστώ σήμερα ενώπιον της Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Βουλής των Ελλήνων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτελεί κρίσιμο θεσμικό ρόλο για τη σταθερότητα και την ομαλή λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Ως μέλος του Ευρωσυστήματος, συμβάλλει στην άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική και νομισματική σταθερότητα, ασκεί εποπτεία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και παρακολουθεί συστηματικά τις οικονομικές εξελίξεις, παρέχοντας τεκμηριωμένη οικονομική ανάλυση, προτάσεις και προειδοποιήσεις για τους κινδύνους.
Η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση της αποστολής της, χωρίς να επηρεάζεται από πιέσεις και συγκυριακές σκοπιμότητες. Αποτελεί επίσης θεσμική εγγύηση που αποσκοπεί στην προστασία αξιοπιστίας και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η ανεξαρτησία αυτή συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη, υποχρέωση διαφάνειας, δημόσιας λογοδοσίας και σαφούς τεκμηρίωσης των θέσεων της Τράπεζας.
Σε αυτή τη βάση, η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο με ανεξάρτητη ανάλυση, τεχνική επάρκεια και σαφή προειδοποίηση για τους κινδύνους. Ο ρόλος αυτός είναι ακόμη πιο σημαντικός σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, όπως η σημερινή, όπου η οικονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης, τη σταθερότητα των τιμών, τη δημοσιονομική υπευθυνότητα και την κοινωνική συνοχή.
Με αυτό το θεσμικό πνεύμα, θα ήθελα να παρουσιάσω τις βασικές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για το διεθνές περιβάλλον, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τις εξελίξεις του τραπεζικού συστήματος και τις κύριες προκλήσεις της επόμενης περιόδου.
Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν ενταθεί. Η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, και οι συνεχιζόμενες διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ έχει προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με πιθανές δευτερογενείς επιδράσεις σε μισθούς και τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τους κινδύνους στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, δηλαδή ανόδου του πληθωρισμού με ταυτόχρονη μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως στις χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, όπως οι οικονομίες της Ευρώπης. Παράλληλα, η αβεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και της μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης των τιμών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς . Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ και από την συνολική ένταση της σύρραξης.
Η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Σε περίπτωση σημαντικής αλλά παροδικής υπέρβασης του πληθωριστικού στόχου, η απάντηση θα πρέπει να είναι ισορροπημένη: μια προσεκτική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση είναι ικανή να περιορίσει την ένταση των δευτερογενών επιδράσεων, χωρίς να πλήξει δυσανάλογα την οικονομική δραστηριότητα.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 2,1% (στο ίδιο επίπεδο με το 2024) και υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,4%). Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το 2024) και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας βελτίωσε τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, υποδηλώνοντας τη σταδιακή εξάλειψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης περιόδου. Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατέγραψαν ιστορικώς υψηλό επίπεδο, αντανακλώντας τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Επιπρόσθετα, η απασχόληση ενισχύθηκε το 2025, με ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με το 2024. Ο πληθωρισμός, όπως μετριέται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), υποχώρησε οριακά στο 2,9% το 2025, έναντι 3,0% το 2024, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,1%).
Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν ευνοϊκές. Ωστόσο, η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας εκτιμάται ότι θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του σεναρίου βάσης της Τράπεζας της Ελλάδος, που αντιστοιχούν στο σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του περασμένου Μαρτίου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1%. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και αφορούν πρωτίστως τις τρέχουσες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, που αφορούν τον δημοσιονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων.
Το 2025 ο ελληνικός τραπεζικός τομέας ενίσχυσε περαιτέρω τα θεμελιώδη μεγέθη του. Η κερδοφορία και η ποιότητα χαρτοφυλακίου βελτιώθηκαν περαιτέρω, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, η ρευστότητα παραμένει σε υψηλό επίπεδο, πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών κατά τη διάρκεια του 2025 προσέδωσαν νέα δυναμική και προσέλκυσαν επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες βρίσκονται εντός της επενδυτικής κατηγορίας. Επίσης, οι μικρότερες, λιγότερο σημαντικές τράπεζες, έχουν ενδυναμωθεί σημαντικά και, μαζί με τις ξένες τράπεζες που ήλθαν ή αναμένονται να έρθουν, αποτελούν πλέον ένα ισχυρό ανταγωνιστικό οικοσύστημα με ήδη ορατά αποτελέσματα, το λεγόμενο πέμπτο πόλο.
Το 2025 οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται περαιτέρω. Οι δείκτες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παραμένουν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε σε 200,0% και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) σε 136,3% τον Δεκέμβριο του 2025. Η ρευστότητα που διαθέτουν τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα και η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις αγορές κεφαλαίων έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους σε πιθανές διαταραχές.
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε. Τον Δεκέμβριο του 2025 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 5,7 δισεκ. ευρώ, μειωμένο κατά 5,2% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, κυρίως λόγω εισπράξεων, πωλήσεων και διαγραφών δανείων. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025 (από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024), καθώς η πιστωτική επέκταση συνδυάστηκε με μείωση των ΜΕΔ. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2025 οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, οι αυξημένες και εξελιγμένες κυβερνοαπειλές, καθώς και η σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση σ’ ένα σύγχρονο μοντέλο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας.
Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων βελτιώθηκε περαιτέρω. Το 2025 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 4,7 δισεκ. ευρώ, έναντι κερδών 4,2 δισεκ. ευρώ το 2024. Αναλυτικότερα, το 2025 τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων αυξήθηκαν κατά 0,5% σε σχέση με το 2024. Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 3,8% παρά την πιστωτική επέκταση, επηρεαζόμενα από τη σταδιακή μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, η οποία ξεκίνησε στα μέσα του 2024 και συνεχίστηκε έως και το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αντίθετα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 12,3%. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες (δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) μειώθηκαν κατά 0,7%. Παράλληλα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις μειώθηκαν, ενώ τα λοιπά λειτουργικά αποτελέσματα παρουσίασαν ανοδική πορεία. Επιπρόσθετα, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7,2%, κυρίως εξαιτίας της αύξησης των διοικητικών εξόδων, ενώ οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 26,4%. Οι δείκτες αποδοτικότητας του ενεργητικού (Return on Assets – RoA) και των ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 1,3% και 11,8% αντίστοιχα.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο το 2025. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2024. Η διαφοροποίηση στην εξέλιξη των δεικτών αυτών οφείλεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Επίσης, αν και οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Δεκέμβριος 2025: 40,1%, Δεκέμβριος 2024: 47%), η σταδιακή απόσβεσή τους έχει επιταχυνθεί λόγω της υλοποίησης του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσής τους.
Τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη του τραπεζικού τομέα αποτελούν εχέγγυο για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές. Επιπρόσθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε, λειτουργεί θετικά και η σημαντική ενίσχυση του ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των μικρότερων, λιγότερο σημαντικών τραπεζών, της προσέλκυσης ξένων τραπεζών (π.χ. Unicredit), της δραστηριοποίησης ή αδειοδότησης νέων τραπεζικών ιδρυμάτων αλλά και καινοτόμων μεθόδων πληρωμών και μεταφοράς χρημάτων με πολύ χαμηλό κόστος (π.χ. IRIS). Ωστόσο, το ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον δύναται να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις και, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, δυσχεραίνει τη λειτουργία τους. Ταυτόχρονα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης επηρεάζουν το επενδυτικό κλίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε αναβολή επιχειρηματικών αποφάσεων. Επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση. Συνεπώς, η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση. Παράλληλα, θα ενέτεινε τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.
Η άσκηση συνεκτικών πολιτικών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελεί ανάχωμα στους εξωγενείς κινδύνους. Οι τράπεζες οφείλουν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους ρευστότητα και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Το ταχέως μεταβαλλόμενο ψηφιακό, οικονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον θέτει νέες προκλήσεις και για τις Κεντρικές Τράπεζες, πέραν των βασικών καθηκόντων τους για επιδίωξη νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η εμφάνιση των κρυπτοστοιχείων, και ιδιαίτερα των σταθερών κρυπτονομισμάτων, απαιτεί την έγκαιρη προσαρμογή στις νέες συνθήκες και τεχνολογίες της μορφής του χρήματος των κεντρικών τραπεζών, των συστημάτων πληρωμών που ελέγχονται από αυτές, και του ρυθμιστικού-εποπτικού περιβάλλοντος, που αφορά τα κρυπτοστοιχεία και τα σταθερά κρυπτονομίσματα. Οι μεγάλες νέες προκλήσεις αφορούν: Πρώτον, την καθιέρωση του ψηφιακού ευρώ, συμπληρωματικά προς τα μετρητά και τα υφιστάμενα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών, παρέχοντας στους πολίτες και στις επιχειρήσεις μια ασφαλή και αξιόπιστη ψηφιακή μορφή χρήματος Κεντρικής Τράπεζας. Δεύτερον, τη σύνδεση των υπηρεσιών εκκαθάρισης των συναλλαγών του συστήματος TARGET (Trans-European Automated Real-time Gross Express Transfer system), δηλαδή του διευρωπαϊκού αυτοματοποιημένου συστήματος πληρωμών, με τη νέα Τεχνολογία Κατανεμημένου Καθολικού ─ Distributed Ledger Technology (DLT), για τη διευκόλυνση των συναλλαγών χονδρικής. Τρίτον, τη διασύνδεση και συνεργασία των συστημάτων πληρωμών του Ευρωσυστήματος με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και άλλων χωρών εκτός Ευρώπης, όπως π.χ. η Ινδία, για τη διευκόλυνση των διασυνοριακών συναλλαγών. Τέταρτον, την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στις ίδιες τις Κεντρικές Τράπεζες, αλλά και στους εποπτευόμενους από αυτές χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το ευρώ, ως το χρήμα της Κεντρικής Τράπεζας, θα παραμείνει το κυρίαρχο μέσο συναλλαγών στην ευρωζώνη, άγκυρα εμπιστοσύνης και σταθερότητας στην καρδιά του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι οι πρόσφατες διεθνείς οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας για τον διεθνή ρόλο του ευρώ, για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Για την Ευρώπη, οι διεθνείς εξελίξεις επιβάλλουν εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Η χρηματοπιστωτική ενοποίηση θα ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα αυξήσει τις επενδύσεις και θα στηρίξει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική της ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία.
Η Ελλάδα, έχοντας ανακάμψει από τη μεγάλη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, έχει κερδίσει αξιοπιστία και θεωρείται παράδειγμα οικονομικής προσαρμογής, ανθεκτικότητας και πρωτοβουλιών για την περαιτέρω προώθηση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έχουν πλέον αποδόσεις συγκρίσιμες με αυτές των περισσότερων κρατών–μελών της ευρωζώνης, άμεσες ξένες επενδύσεις υλοποιούνται με ρυθμό υπερδιπλάσιο του παρελθόντος, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται με μεγάλη ταχύτητα, ο τραπεζικός τομέας έχει εξυγιανθεί, ενώ πραγματοποιούνται μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας και ο δυνητικός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης. Η πρόοδος είναι σημαντική, αλλά δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κρίσιμες προκλήσεις: επίμονο πληθωρισμό σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, χαμηλότερη παραγωγικότητα σε σχέση με την ευρωζώνη, επενδυτικό κενό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η Ελλάδα έχει πλέον κάθε δυνατότητα να επωφεληθεί από τις διεθνείς οικονομικές ανακατατάξεις, αν συνεχίσει να διακρίνεται από δημοσιονομική υπευθυνότητα, νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα και προώθηση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Η αξιοποίηση των ευκαιριών που διανοίγονται συνδέεται κυρίως με σημαντικές επενδύσεις, και η Ελλάδα προσφέρει ευκαιρίες για την προσέλκυση τέτοιων στρατηγικών επενδύσεων κατά τα επόμενα έτη. Ο συνδυασμός μακροοικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, βελτιωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργεί ένα ελκυστικό περιβάλλον για τους επενδυτές. Και για την Ελλάδα σήμερα, οι επενδύσεις, ιδιαιτέρως σε υποδομές και σε τομείς που ενισχύουν την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, που είτε εξάγονται είτε υποκαθιστούν εισαγωγές, είναι πολύτιμες, διότι, πέραν της συμβολής τους στην οικονομική ανάπτυξη, συμβάλλουν και στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που αποτελεί σημαντική διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Η κεντρική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.
Σας ευχαριστώ».
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News

