Στον πρώτο Εθνικό Κλιματικό Νόμο, μεταξύ των μέτρων προσαρμογής στην κλιματική κρίση, υπάρχει ρύθμιση που προβλέπει τα εξής:

Άρθρο 19 Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή

«1. Από το 2025, τα νέα κτίρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας υπό την έννοια της παρ. 2 ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

2. Ως ζώνες υψηλής τρωτότητας θεωρούνται οι περιοχές που βρίσκονται:

α) Σε ζώνες δυνητικά υψηλού κινδύνου πλημμύρας όπως αποτυπώνοται στους χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 5 της υπό στοιχεία 31822/1542/Ε103/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Προστασίας του Πολίτη (Β’ 1108) και εμπίπτουν στο σενάριο πλημμύρας υψηλής πιθανότητας,

β) πλησίον δασικών περιοχών που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς. Οι περιοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του οικείου Γενικού Διευθυντή Δασών, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της δασικής βλάστησης, την πυκνότητά της, την απόσταση από τα κτίρια και τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής».

Σιγά σιγά ξεδιπλώνεται μια πραγματικότητα που δεν θέλαμε να παραδεχθούμε και την ερμηνεύαμε κατά το δοκούν.

Η πραγματικότητα συνίσταται στο ότι το επιτελικό κράτος οφείλει τη διατύπωση γενικών κατευθύνσεων και στρατηγικών επιλογών, τις οποίες να εντέλλεται απευθυνόμενο στο λειτουργικό κράτος, δηλαδή στους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, τις επαγγελματικές τάξεις, τις συνεταιριστικές οργανώσεις, κ.λπ., κ.λπ., προκειμένου αυτές να συγκεκριμενοποιούν και να μεθοδεύουν, αλλά και να επιλέγουν τους τρόπους υλοποίησης των εντελλομένων.

Όταν, λοιπόν, βλέπουμε μία νομοθετική ρύθμιση που τίθεται στην περίφημη δημόσια διαβούλευση και, εν συνεχεία, θα προωθηθεί προς ψήφιση στη Βουλή, παρατηρούμε τα εξής:

Πρόθεση του επιτελικού κράτους είναι όχι μόνο να αντιμετωπίζει, αλλά και να προβλέπει γεγονότα και εξελίξεις. Συλλαμβάνει, λοιπόν, τα θέματα και αναλαμβάνει την ευθύνη για την ιεράρχησή τους. Και πού τα αναθέτει για την υλοποίηση; Στους φορείς, τους οποίους προαναφέραμε. Και ποιος μας εγγυάται ότι ο φορέας ή οι φορείς είναι κοινωνοί και συμμέτοχοι της λογικής της επιτελικής κυβέρνησης;

Και στην ιδανική περίπτωση που συμβαίνει το παραπάνω –όχι στις μενεξεδένιες πολιτείες, αλλά στην ελληνική πολιτεία–, ποιος τολμά να ισχυριστεί ότι αυτοί που καλούνται να υλοποιήσουν οτιδήποτε πείθουν για τις αντικειμενικές τους δυνατότητες και την ειλικρινή αποτελεσματικότητα;

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία, έλεγε ο ποιητής και ακριβώς το ίδιο θέλουμε να επαναλάβουμε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, καθότι ισχυριζόμαστε, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ότι το επιτελικό κράτος, στρατεύοντας από ανάγκη μη κοινοβουλευτικούς, βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τη διοίκηση, η οποία ναι μεν διατηρεί τα κεκτημένα της, δεν μπορεί όμως να παρακολουθήσει –και ίσως και να μη θέλει– τη νέα τάξη πραγμάτων, που και στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και στο φυσικό περιβάλλον απαιτητικά εμφανίζεται.

Τουλάχιστον ως συντάκτης των παραπάνω γραμμών, θεωρώ ότι πρέπει να ξεκινήσουμε να πολιτευόμαστε και να αντιπολιτευόμαστε όχι με την εκάστοτε κυβέρνησή μας, αλλά με τα κοινά όργανα της κάθε κυβέρνησης, που δεν είναι άλλα από τη δημόσια διοίκηση και τους φορείς.

Τις κυβερνήσεις μπορούμε να τις αλλάζουμε με την ψήφο μας. Να τις κρίνουμε, να τις κατακρίνουμε και να διαδηλώνουμε συνήθως, και σπάνια να συμπαριστάμεθα. Τον κεντρικό κορμό, όμως, τους βραχίονες της άσκησης και εφαρμογής των όσων αποφασίζουν οι κυβερνήσεις, ποιος μπορεί να τους αντιπολιτευθεί; Στο σημείο αυτό, τα πράγματα σοβαρεύουν, γιατί ό,τι λεχθεί από τον καθένα μας στη συνέχεια θα είναι μία πολύ επικίνδυνη άσκηση για τον ρόλο και την ποιότητα της Δημοκρατίας, όπως την ξέραμε.


Δημήτρης Ρουχωτάς


Ακολουθήστε την Ασφαλιστική Αγορά στο Google News