Άρθρα

Ασφαλίσεις Περιουσίας: Γιατί δεν ασφαλίζονται ούτε στις σεισμογενείς περιοχές;

Σεισμοί, φωτιές, πλημμύρες, κατολισθήσεις, ανεμοστρόβιλοι (έχουμε και από αυτούς πλέον) είναι κίνδυνοι με τους οποίους όλο και πιο συχνά αναμετριέται η χώρα μας.

Για την προστασία έναντι αυτών των φαινομένων, αλλά κυρίως για την αντιμετώπιση των συνεπειών τους η ασφάλιση μπορεί να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο όπως ήδη έχει αποδείξει η διεθνής πρακτική.

  • Πόσο συνειδητοποιημένοι, όμως, είναι οι συμπολίτες μας για την ανάγκη ασφαλιστικής κάλυψης της περιουσίας τους και τα οφέλη που μπορεί να τους προσφέρει; Την επιζητούν; Και αν όχι, γιατί;

  • Προωθείται και σε ποιο βαθμό η ασφάλιση περιουσίας από τους επαγγελματίες του χώρου;

  • Ποιες δυσκολίες συναντούν;

  • Θα βοηθούσε ή όχι στην προώθηση και την ανάπτυξή της η υποχρεωτική ασφάλιση κατοικίας;

Στην αναζήτηση απαντήσεων και για τη διαμόρφωση μιας όσο γίνεται πιο αντικειμενικής εικόνας για το συγκεκριμένο θέμα μας βοήθησαν οι επαγγελματίες ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κ.κ. Ευάγγελος Σπαθής, Χρήστος Μαδιάς και Χρήστος Θεοδωρόπουλος από την Πάτρα, Ηλίας Λαλάκος από την Καλαμάτα, Σπύρος Αραβανής από τη Λευκάδα, Νίκος Λιβάνης από τη Ζάκυνθο και Μάκης Ραυτόπουλος από την Κεφαλονιά.

Και οι επτά δραστηριοποιούνται στις πλέον σεισμογενείς περιοχές της χώρας, που στο πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν έχουν πληγεί από μεγάλους και καταστροφικούς σεισμούς.

Τι αποκαλύπτουν οι αριθμοί

Σύμφωνα με τα στοιχεία παραγωγής κατά κλάδο που διέθεσαν οι ασφαλιστικές εταιρείες στην έκδοσή μας «Άνθρωποι & Αριθμοί», το 2017 οι καλύψεις πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων περιουσίας (κλάδοι πυρκαϊάς και στοιχείων της φύσεως, λοιπών ζημιών αγαθών και διαφόρων χρηματικών απωλειών) συγκέντρωσαν παραγωγή περίπου €475 εκατ., η οποία αντιστοιχεί στο 22,7% της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων κατά ζημιών.

Από αυτούς, ο κλάδος Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως συγκέντρωσε παραγωγή €336 εκατ., η οποία αντιστοιχεί στο 16,10% του συνόλου (είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος των ασφαλίσεων κατά ζημιών, μετά την αστική ευθύνη αυτοκινήτου).

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής προέρχεται διαχρονικά, όπως μπορεί να δει κανείς και στις σχετικές μελέτες της ΕΑΕΕ, από την ασφάλιση κατοικιών και δη των ενυπόθηκων.

Ωστόσο, συνολικά το ποσοστό των ασφαλισμένων κατοικιών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό.

Σύμφωνα με την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ του 2011, στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν 6,4 εκατ. κατοικίες. Η πρόσφατη έρευνα της ΕΑΕΕ για τον κλάδο Περιουσίας (συμμετείχαν 26 ασφαλιστικές επιχειρήσεις – μέλη, με αθροιστικό μερίδιο αγοράς 97,3% στους κλάδους ασφάλισης περιουσίας), αποκαλύπτει ότι το 2017 μόλις 1,1 εκατ. κατοικίες ήταν ασφαλισμένες.

Η ασφαλισμένη αξία τους σε ό,τι αφορά την αθροιστική κάλυψη πυρός (κτηρίου και περιεχομένου) ήταν της τάξεως των €114 δισ. Το ίδιο διάστημα, και πάντα όσον αφορά τις κατοικίες, δηλώθηκαν 8.057 ζημιές, πληρώθηκαν αποζημιώσεις ύψους €6,3 εκατ., ενώ οι εκκρεμείς αποζημιώσεις ήταν της τάξης των €8,3 εκατ.

Όσον αφορά τις αιτίες των ζημιών, για τις περισσότερες σε πλήθος αναφέρθηκαν ως αιτία οι κλοπές, τα καιρικά φαινόμενα και οι θραύσεις σωληνώσεων. Όμως το μεγαλύτερο μερίδιο των αποζημιώσεων συγκεντρώνει το αίτιο της φωτιάς.

Τέλος, την ίδια χρονιά, υπενθυμίζουμε ότι συνέβη ο σεισμός με επίκεντρο το νησί της Κω. Μόνο με αφορμή αυτό το συμβάν, δηλώθηκαν συνολικά από τις 25 εταιρείες που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα της ΕΑΕΕ, 140 ζημιές (στο μεγαλύτερο ποσοστό τους αφορούσαν ενυπόθηκα και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις) με ποσό πρώτης εκτίμησης ζημίας (προ απαλλαγών) της τάξης των €9,5 εκατ.

Kefalonia seismos 1953
Κεφαλονιά 1953

Η έρευνα για τον σεισμό της Κεφαλονιάς

Μετά τον τελευταίο καταστροφικό σεισμό στην Κεφαλονιά το 2014 η εταιρεία μεσιτών ασφαλίσεων Carpenter Turner προχώρησε σε επιτόπια έρευνα μεταξύ των κατοίκων του νησιού, η οποία έδωσε μερικά… εντυπωσιακά ευρήματα. Μεταξύ αυτών θυμόμαστε πως καταγράφηκε ότι:

  • Μόλις το 16% των κατοικιών είχαν κάποιο είδος ασφάλισης.
  • Σχεδόν οι μισοί κάτοικοι (48%) δεν γνώριζαν ότι είχαν τη δυνατότητα να ασφαλίσουν τις κατοικίες τους έναντι σεισμού, με το 73% να μην μπορεί να εκτιμήσει το πιθανό κόστος μιας ασφάλισης κατοικίας.
  • Ανάμεσα στους ανασφάλιστους, η πλειονότητα θεωρούσε ότι τα σπίτια τους δεν απειλούνται από σεισμό.
  • Η πλειονότητα των ερωτώμενων εξέφραζε αμφιβολία κατά πόσον θα αποζημιωθούν τελικά από το Κράτος, με το 8% να θεωρεί την κρατική αποζημίωση ανεπαρκή.
  • 38% θεωρούσε ότι η ασφάλιση κατοικίας θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική, καθώς πιστεύει ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποζημιωθεί κανείς σίγουρα.
  • Αυτοί που διάκεινται αρνητικά στην ιδέα της υποχρεωτικής ασφάλισης κατοικίας έναντι σεισμού πιστεύουν ότι δεν μπορούν να την αντέξουν οικονομικά και γενικώς δεν εμπιστεύονται τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Ναι, σε εσένα θα τύχει!

Όπως προκύπτει και από τις συζητήσεις που είχαμε οι άνθρωποι στις πλέον σεισμογενείς περιοχές της χώρας στην πλειοψηφία τους δεν επιλέγουν να ασφαλίσουν τις περιουσίες τους, ειδικά για τον κίνδυνο σεισμού. Ακόμα και εκείνοι που πρέπει υποχρεωτικά να ασφαλίσουν το ενυπόθηκο ακίνητό τους, αν μπορούσαν, θα το απέφευγαν.
Οι λόγοι είναι πολλοί.

Με τους σεισμούς μέρος της καθημερινότητάς τους, η νοοτροπία που φαίνεται να κυριαρχεί συνοψίζεται στο «Ωχ αδερφέ! Σε μένα θα τύχει…;», κάτι που υποδηλώνει και σε αυτή την περίπτωση την έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης, ως κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό, βεβαίως, συνεπικουρείται από την αδιαμφησβήτητη οικονομική στενότητα που έχει προκαλέσει η δεκάχρονη και πλέον κρίση στη χώρα μας, που σε κάποιες περιοχές είναι ακόμα πιο έντονη και λόγω ειδικών τοπικών συνθηκών, όπως θα δούμε παρακάτω.

Καθώς η κάλυψη σεισμού αντιπροσωπεύει σχεδόν τα δύο τρίτα του κόστους ενός ασφαλιστηρίου περιουσίας, θεωρείται ως κάλυψη ακριβή. Αυτός είναι ένας λόγος που ακόμα κι αν πειστεί κάποιος να ασφαλίσει το σπίτι του, το σκέφτεται διπλά προκειμένου να προσθέσει και τον σεισμό στις καλύψεις.

Επιπλέον, όλες σχεδόν οι νέες κατασκευές είναι χτισμένες σύμφωνα με τους αντισεισμικούς κανονισμούς. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι άνθρωποι στις παραπάνω περιοχές έχουν μάθει να ζουν με τους σεισμούς, κάνει τους περισσότερους να πιστεύουν ότι είναι αρκούντως προστατευμένοι απέναντι στο φαινόμενο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Ζάκυνθο. Το νησί μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953, άρχισε να χτίζεται σύμφωνα με τους αντισεισμικούς κανονισμούς, και οι σεισμοί που ακολούθησαν, ακόμα και ο πιο πρόσφατος των 6,8 ρίχτερ, προκάλεσαν πολύ μικρές αναλογικά ζημιές (δεν συνέβη το ίδιο, όσον αφορά τις ζημιές, στις υποδομές του νησιού, αλλά αυτό είναι ένα άλλο… κεφάλαιο). Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην Κεφαλονιά.

Καθώς όλα τα ασφαλιστήρια σεισμού έχουν απαλλαγή (2% του ασφαλισμένου κεφαλαίου), αυτές οι ζημιές στο μεγαλύτερο μέρος τους εμπίπτουν στην απαλλαγή και κάνουν την κάλυψη, σε συνδυασμό με το κόστος της, να μοιάζει ασύμφορη. Πολύ περισσότερο, όταν όλα αυτά τα χρόνια το Κράτος έρχεται αρωγός, με αποζημιώσεις, έστω κι αν είναι μικρές και καθυστερημένες.

Συνήθως, βέβαια, μετά από έναν μεγάλο σεισμό, παρατηρείται μια αύξηση του ενδιαφέροντος των πολιτών για ασφαλιστική κάλυψη. Οι ασφαλιστικές εταιρείες όμως δεν ασφαλίζουν, αν δεν περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά την εκδήλωση του σεισμού. Οι πολίτες χάνουν γρήγορα το ενδιαφέρον τους και η ασφαλιστική αγορά χάνει την ευκαιρία.

Το πράγμα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο αν ενυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως στην περίπτωση της πόλης της Λευκάδας. Ακόμα και αν δεν υπήρχε το ασφαλιστικό εμπάργκο για όλη τη Δυτική Ελλάδα, λόγω της σεισμικής δραστηριότητας στη Ζάκυνθο, δύσκολα οι εταιρείες δέχονται ή τουλάχιστον όχι χωρίς μεγάλη απαλλαγή, να ασφαλίσουν σπίτια στη συγκεκριμένη περιοχή, λόγω της πυκνής και άναρχης δόμηση της πόλης και του γεγονότος ότι το σύνολο σχεδόν των σπιτιών έχουν κεραμοσκεπή. Επομένως, πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στη ζήτηση, αλλά και στην προσφορά.

Από εκεί και πέρα, όμως, είναι και θέμα ιεράρχησης των αναγκών.
Η περιοχή της Δυτικής Ελλάδας και των νησιών του Ιονίου αντιμετωπίζουν συχνά φαινόμενα πυρκαγιών και άλλων καιρικών φαινομένων (οι ανεμοστρόβιλοι, για παράδειγμα, είναι ένας καινούργιος και πολύ καταστρεπτικός επισκέπτης). Είναι λογικό, λοιπόν, στην περίπτωση που αποφασίσουν να ασφαλιστούν να θεωρήσουν πιο χρήσιμο ένα απλό ασφαλιστήριο πυρός, που θα τους έρθει και πιο φθηνά.

Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που μοιάζει να έχουν κάπως παράδοξες προτεραιότητες.
Σύμφωνα με όσα μας είπαν οι επαγγελματίες στις τοπικές κοινωνίες, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων που πληρώνουν, για παράδειγμα, αγόγγυστα €500 και €1.000 για να καλύψουν με μικτή ασφάλεια το όχημά τους, αλλά όχι για να ασφαλίσουν το σπίτι τους!

Ασφαλίσεις Περιουσίας: Γιατί δεν ασφαλίζονται ούτε στις σεισμογενείς περιοχές;
Ζάκυνθος 2018

Ήταν στραβό το κλίμα, το ’φαγε και η οικονομική κρίση!

Ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών είναι να αναδείξουν τις ασφαλιστικές ανάγκες των συμπολιτών τους και να τους βοηθήσουν να τις ιεραρχήσουν σωστά.

Την προσπάθεια αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να τη δει ανεξάρτητα από το ευρύτερο αλλά και το τοπικό κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον.

Οι ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε μία περιοχή τείνουν να είναι καθοριστικές και επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών να αναπτύξουν άλλους ασφαλιστικούς κλάδους πέραν του αυτοκινήτου.

Εάν η τοπική οικονομία και η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι σε ύφεση, είναι προφανές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αφύπνισης της ασφαλιστικής συνείδησης των πολιτών προσκρούει στην… αδυναμία πληρωμής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Δυτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου, τα οποία στηρίζονται κατά βάση στην αγροτική παραγωγή (λάδι, κηπευτικά), τον τουρισμό και επιπλέον, στην περιοχή της Αχαΐας, στη βιομηχανία και τις μεταφορές (λιμάνι Πάτρας).

Η αγροτική παραγωγή εξαρτάται κατά πολύ από τις διαθέσεις του καιρού (η κλιματική αλλαγή έχει κάνει και στην Ελλάδα το… θαύμα της) και τα “καπρίτσια του εμπόρου” (χαμηλές τιμές, αδιάθετα προϊόντα). Ειδικά όσον αφορά την ελαιοπαραγωγή, αξίζει να αναφερθεί ότι καθώς έχει εδραιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα τελευταία χρόνια, το μισακάρικο σύστημα, δεν αποδίδει πλέον ικανοποιητικό κέρδος στους ιδιοκτήτες των ελαιώνων.

Η ύπαρξη τουριστικής κίνησης σε μία περιοχή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το μέσο εισόδημα είναι αρκετά υψηλό, οπότε κι ο κόσμος θα έχει τη δυνατότητα να ασφαλιστεί πιο εύκολα -άλλωστε, πρόκειται για μία δραστηριότητα που διαρκεί μόλις 6 μήνες.

Οι οικονομικές δυσκολίες είναι μεγάλες, ειδικά όταν μιλάμε, όπως στην περίπτωση των νησιών του Ιονίου, για μικρές οικογενειακές ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις – καταλύματα, που τα περισσότερα είναι υποθηκευμένα.

Βεβαίως και εκεί εντοπίζει κανείς αρκετές διαφορές από νησί σε νησί, ανάλογα και με το οικονομικό επίπεδο των τουριστών που υποδέχεται.

Στην Κεφαλονιά, για παράδειγμα, η τοπική ασφαλιστική κοινότητα φαίνεται ότι στηρίζεται αρκετά στους περίπου 2.000 ξένους υπηκόους που είναι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού και θεωρούν δεδομένη την ασφάλιση περιουσίας. Στη Λευκάδα και στη Ζάκυνθο τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα.

Στον Νομό Μεσσηνίας, η μεγάλη άνθηση που έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός, έχει δημιουργήσει μία πιο θετική ψυχολογία στον κόσμο και έχει δώσει ώθηση και στις ασφαλιστικές εργασίες. Μια περιοχή που μέχρι πρόσφατα κινούνταν μόνο γύρω από την ασφάλιση αυτοκινήτου, αρχίζει με αργούς ρυθμούς, αλλά δυναμικά, να επεκτείνεται και σε άλλους κλάδους, όπως η αστική ευθύνη, άγνωστους μέχρι πρότινος στην περιοχή.

Στην Αχαΐα, από την άλλη, το κλείσιμο αρκετών βιομηχανιών, η πτωτική κίνηση στο λιμάνι της Πάτρας, η καθίζηση της οικοδομής, η διακοπή της σιδηροδρομικής γραμμής και το μέχρι πρότινος κακό οδικό δίκτυο (μετά την Πάτρα εξακολουθεί να είναι κακό!), και συνακόλουθα η μεγάλη ανεργία, δημιουργούν μία μάλλον ασφυκτική από οικονομικής άποψης ατμόσφαιρα, η οποία δυσχεραίνει και την ασφαλιστική δραστηριότητα.

Ασφαλίσεις Περιουσίας: Γιατί δεν ασφαλίζονται ούτε στις σεισμογενείς περιοχές;
Αθήνα 1999

Είναι ελκυστικός ο κλάδος περιουσίας για τους διαμεσολαβητές;

Δεν θα λέγαμε ότι αποτελεί έκπληξη για κανένα η διαπίστωση ότι η κινητήριος δύναμη της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, πολύ περισσότερο στην περιφέρεια, είναι η ασφάλιση αυτοκινήτου. Αυτό το, κατά γενική ομολογία, εύκολο κομμάτι της δουλειάς επιτρέπει στα ασφαλιστικά γραφεία να συντηρηθούν.

Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ωστόσο, που θέλει να διαφοροποιηθεί, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της εποχής και να διεκδικήσει τη θέση του σε μια αγορά που αλλάζει, θα πρέπει να ασχοληθεί και με άλλου είδους ασφαλίσεις. εκείνες που, όπως συνήθως λέγεται, απαιτούν πώληση.

Και αυτό αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι επαγγελματίες. Το κάνουν; Στον βαθμό που τους το επιτρέπουν οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην τοπική κοινωνία που δραστηριοποιούνται, πολλοί το προσπαθούν.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, η ασφάλιση περιουσίας είναι ένας ελκυστικός κλάδος, με τις προμήθειες να κυμαίνονται από 35%-40%, όταν πρόκειται για ασφαλίσεις πυρός, και 21%-25%, όταν συμπεριλαμβάνεται η κάλυψη σεισμού.

Καθώς, μάλιστα, σχεδόν όλες οι εταιρείες της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς ασκούν τον συγκεκριμένο κλάδο (33 το 2017), οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές έχουν να επιλέξουν μέσα από μία ευρεία γκάμα καλύψεων και τιμών, για να βρουν εκείνες που ταιριάζουν και εξυπηρετούν τον πελάτη τους.

Το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ των εταιρειών, σε καλύψεις και τιμές, είναι σχετικά μικρές, καθιστά καθοριστικά κριτήρια για την τελική επιλογή μιας εταιρείας (εκτός της προμήθειας, βεβαίως) τον τρόπο και τον χρόνο διαχείρισης των ζημιών και απόδοσης της αποζημίωσης. Οι εταιρείες που ξεχωρίζουν σε αυτούς τους τομείς θα αναδειχθούν ως πρώτη επιλογή.

mandra plhmires
Μάνδρα 2017

Ο ρόλος των ενυπόθηκων

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέραμε παραπάνω, η δουλειά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο να προωθήσει και να αναπτύξει τον κλάδο περιουσίας είναι αρκετά δύσκολη, ακόμα και όταν πρόκειται για την ασφάλιση ενυπόθηκων, αφού οι περισσότεροι δανειολήπτες την αντιμετωπίζουν ως “χαράτσι” και ψάχνουν τρόπους να την αποφύγουν.

Ωστόσο, η ασφάλιση ενυπόθηκων –κυρίως κατοικίες, και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και καταλύματα, όταν πρόκειται για τουριστικές περιοχές– είναι ο τομέας που τελικά εστιάζουν οι περισσότεροι επαγγελματίες του κλάδου. Οι λόγοι;

Το πελατολόγιο είναι συγκεκριμένο και εύκολα προσβάσιμο. Η υποχρεωτικότητα κάνει την πώληση πιο εύκολη. Οι ζημιές συνήθως είναι λίγες, ειδικά όταν πρόκειται για σεισμό.

Επίσης, είναι ένα κομμάτι στο οποίο οι ίδιοι θεωρούν ότι πλεονεκτούν έναντι των τραπεζών και των online δικτύων διανομής, αφού αδιαμφισβήτητα υπερέχουν στον τομέα της εξυπηρέτησης, ενώ έχουν τη δυνατότητα και επιδιώκουν να προσφέρουν στους πελάτες τους πιο ολοκληρωμένες και εστιασμένες στις ανάγκες τους καλύψεις και σε πιο ανταγωνιστικές τιμές.

Επιπλέον, πολλοί είναι εκείνοι οι επαγγελματίες που θεωρούν ότι η ασφάλιση ενυπόθηκων μπορεί να λειτουργήσει ως εφαλτήριο, για να αναπτυχθούν περαιτέρω τόσο στον κλάδο περιουσίας όσο και στους κλάδους υγείας και σύνταξης -δύο τομείς με ανοδική ζήτηση τα τελευταία χρόνια.

katolisthiseis
Κατολισθήσεις στο Πλωμάρι 2018

Η λύση που κανείς(;) δεν θέλει

Ο τελευταίος μεγάλος σεισμός στη Ζάκυνθο μπορεί να έφερε, για άλλη μια φορά, στο προσκήνιο την ασφάλιση σεισμού, ωστόσο, ο σεισμός είναι ένας μόνο από τους κινδύνους που απειλούν την περιουσία των Ελλήνων πολιτών.

Οι φωτιές στο Μάτι, το καλοκαίρι, και οι περσινές πλημμύρες στη Μάνδρα ανέδειξαν την ανάγκη για ασφάλιση πυρός και πλημμύρας, αντίστοιχα, ενώ οι ακόμα πιο πρόσφατες κατολισθήσεις στο Πλωμάρι της Λέσβου δείχνουν ότι η ολοκληρωμένη ασφαλιστική κάλυψη της περιουσίας είναι επιβεβλημένη περισσότερο από ποτέ, δημιουργώντας, παράλληλα, προοπτικές ανάπτυξης για την ασφαλιστική αγορά.

Είναι ευχάριστη η διαπίστωση ότι ήδη κάποιοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δουλεύουν δυναμικά στην προώθηση της ασφάλισης περιουσίας, κόντρα στα όποια εμπόδια.

Ο δρόμος, βεβαίως, που έχουν μπροστά τους είναι μακρύς και δύσβατος και χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα, τόσο από την πλευρά τους όσο και από την πλευρά των εταιρειών, για να μετατραπούν οι προοπτικές σε πραγματική ανάπτυξη του κλάδου.

Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η υποχρεωτική ασφάλιση των κατοικιών για φυσικές καταστροφές θα δώσει μια λύση; Θα μπορούσε.

Ωστόσο, αν και τα οφέλη θα ήταν πολλά για τους πολίτες, την πολιτεία, την ασφαλιστική αγορά, βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά από την καθιέρωσή της. Γιατί;

Η Πολιτεία αρνείται να συνειδητοποιήσει τα οφέλη που θα είχε μία σύμπραξη του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό στην κατεύθυνση αυτή. Αρνείται να συνειδητοποιήσει ότι ο καιρός της μικροκομματικής εκμετάλλευσης των φυσικών καταστροφών έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Αν δυσκολεύεται τώρα να σηκώσει το βάρος των αποζημιώσεων των πολιτών και της αποκατάστασης των υποδομών, σε λίγο καιρό, όσο εντείνονται σε συχνότητα τα διάφορα φαινόμενα, θα αδυνατεί παντελώς.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι και δανειστές μας, που τόσο έχουν… πασχίσει να επιβάλουν μεταρρυθμίσεις στην ελληνική επικράτεια, δεν φαίνεται πως είναι αποφασισμένοι ή ικανοί να κάμψουν την σκληρή απροθυμία του πολιτικού προσωπικού να στερηθεί την ευκαιρία να ορίζει το ίδιο τη μοίρα των πληγέντων με έκτακτα επιδόματα και «συνδρομές».

Οι ίδιοι οι πολίτες, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, αντιμετωπίζουν, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, πάντα με τη βοήθεια και μιας υπερβολικά πρόθυμης μερίδας του Τύπου, οποιαδήποτε νύξη για ένα τέτοιο μέτρο ως ένα επιπλέον χαράτσι.

Η ασφαλιστική αγορά, από την άλλη, δεν διεκδικεί ακόμα αποτελεσματικά τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει, φέρνοντας και την πολιτεία προ των ευθυνών της.

Για λόγους που εικάζουμε ότι σχετίζονται με την επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος και το πάντοτε “κακό timing”, δεν προωθεί επίσημα την πρότασή της για την υποχρεωτική ασφάλιση κατοικιών από φυσικές καταστροφές ζητώντας από τους πολιτικούς φορείς να την αξιολογήσουν και να τοποθετηθούν.

Υπάρχει πάντοτε και η άποψη των πιο καχύποπτων που, πίσω από την μάλλον παθητική στάση της αγοράς, ανιχνεύουν την πεποίθησή της ότι η υποχρεωτικότητα μπορεί να είναι και ασύμφορη.

Τέλος, αν και υπερισχύουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που αντιμετωπίζουν θετικά μια τέτοια προοπτική, δεν λείπουν και εκείνοι που εκφράζουν προβληματισμό, μήπως ενδεχόμενη υποχρεωτικότητα στην ασφάλιση κατοικίας πυροδοτήσει την επανάληψη φαινομένων μειοδοτικού ασφαλίστρου και κακού ανταγωνισμού, όπως συνέβη με τον υποχρεωτικό κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου.

Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν;

Αντί για απάντηση, επιτρέψτε μας μια επισήμανση: Αν οι επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών είναι ως ένα βαθμό ελέγξιμες σε σχετικά αραιοκατοικημένες περιοχές, σε περισσότερο πυκνοκατοικημένες, όπως απέδειξε η καλοκαιρινή καταστροφή στο Μάτι μπορούν να αποβούν ολέθριες (φανταστείτε έναν ακόμα μεγάλο σεισμό στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη). Ας προβληματιστούμε πάνω σε αυτό όλοι κι ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Δήμητρα Καζάντζα

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας