Ασφάλιση κατά της τρομοκρατίας: 25 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου

Ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα που αποκόμισε ο ασφαλιστικός κλάδος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι η συνειδητοποίηση ότι η τρομοκρατία μπορεί να προκαλέσει ζημιές που υπερβαίνουν τη δυνατότητα των ιδιωτικών αγορών να τις απορροφήσουν. Όπως επισημαίνει σε πρόσφατο σημείωμά του ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS, παρόλο που οι κρατικές εγγυήσεις ενισχύουν την κεφαλαιακή ανθεκτικότητα των ασφαλιστικών εταιρειών, η αξία τους εξαρτάται από το εύρος της κάλυψης, τους κινδύνους που παραμένουν στην ευθύνη της εταιρείας και την έγκαιρη εξόφληση των αποζημιώσεων. Επιπλέον, σήμερα, η κυβερνοτρομοκρατία θέτει σε δοκιμασία τις όποιες ρυθμίσεις, καθώς οι διασυνδεδεμένες υποδομές μπορούν να μεταφέρουν τις ζημιές και εκτός συνόρων, ενώ η απόδοση ευθύνης και η διατύπωση των ασφαλιστηρίων καθορίζουν ποιος τελικά θα πληρώσει.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στοίχισαν τη ζωή σε σχεδόν 3.000 άτομα και προκάλεσαν ασφαλισμένες ζημιές ύψους $60 δισ., σε τρέχουσες τιμές, σε διάφορους επιχειρηματικούς τομείς (βλ. διάγραμμα 1). Οι αντασφαλιστές απορρόφησαν περίπου τα δύο τρίτα των ζημιών, επιμερίζοντας το κόστος του σοκ σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, η κύρια πρόκληση της 11ης Σεπτεμβρίου από ασφαλιστική άποψη ήταν το γεγονός ότι οι συγχρονισμένες επιθέσεις ενεργοποίησαν πολλαπλά ασφαλιστικά χαρτοφυλάκια, των οποίων η έκθεση σε κίνδυνο είχε αντιμετωπιστεί ξεχωριστά. Αυτό μεταφράστηκε σε κεφαλαιακή πίεση και επίπτωση στα κέρδη για ορισμένους ασφαλιστές, σε συνδυασμό με μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αντασφαλιστικές αποζημιώσεις.

Η περίπτωση της Swiss Re καταδεικνύει τις οικονομικές επιπτώσεις των επιθέσεων. Στα αποτελέσματά της για το 2001 περιλαμβάνονταν 2,95 δισ. ελβετικά φράγκα σε αποζημιώσεις για την 11η Σεπτεμβρίου και καθαρή ζημία του ομίλου ύψους 165 εκατ. ελβετικών φράγκων, η οποία αντανακλά επίσης τα χαμηλότερα πραγματοποιηθέντα κέρδη από επενδύσεις, εν μέσω της αυξημένης μεταβλητότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών εκείνη τη χρονιά.
Οι δικαστικές διαμάχες επιδείνωσαν περαιτέρω την οικονομική αβεβαιότητα για πολλές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες. Οι διαφωνίες σχετικά με το αν η κατάρρευση του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου (World Trade Center) αποτελούσε ένα ή δύο συμβάντα ανέδειξαν τις συνέπειες των διαφορετικών μορφών ασφαλιστηρίων συμβολαίων και της ελλιπούς τεκμηρίωσης. Μια συμφωνία ύψους $2 δισ., το 2007, έλυσε τις εκκρεμείς ασφαλιστικές απαιτήσεις για το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, μετά από σχεδόν έξι χρόνια νομικών μαχών.
Ο κλονισμός της αγοράς και η αρχική αντίδραση
Πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, οι εμπορικές ασφαλιστικές συμβάσεις στις ΗΠΑ κάλυπταν γενικά την τρομοκρατία χωρίς επιπλέον κόστος. Ωστόσο, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αναδιαμόρφωσαν ριζικά την αντίληψη του ασφαλιστικού κλάδου όσον αφορά τον κίνδυνο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι αντασφαλιστές απέσυραν το ασφαλιστικό capacity από την αγορά, ενώ οι πρωτασφαλιστές εισήγαγαν εξαιρέσεις ή αύξησαν δραστικά τις τιμές.
Αυτή η μείωση της ασφαλιστικής κάλυψης είχε πραγματικές οικονομικές συνέπειες. Απειλούσε να προκαλέσει ευρείες οικονομικές αλυσιδωτές επιπτώσεις, όπως το πάγωμα των δανείων και τη διακοπή των εργασιών σε πολλά έργα, κατασκευαστικά και υποδομών, γεγονός που οδήγησε σε εκκλήσεις για κυβερνητική παρέμβαση.
TRIA και διεθνείς μηχανισμοί στήριξης – Αποκατάσταση της κάλυψης
Προκειμένου να αποτραπεί η κατάρρευση της αγοράς, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιούργησε έναν ομοσπονδιακό μηχανισμό στήριξης για την τρομοκρατία. Τον Νοέμβριο του 2002, το Κογκρέσο ψήφισε τον Νόμο για την Ασφάλιση κατά του Κινδύνου της Τρομοκρατίας (Τerrorism Risk Insurance Act-TRIA), θεσπίζοντας το Πρόγραμμα Ασφάλισης κατά της Τρομοκρατίας (Terrorism Insurance Program – TRIP), στο πλαίσιο του οποίου το Υπουργείο Οικονομικών θα μοιραζόταν τις μεγάλες ζημιές από τρομοκρατικές ενέργειες με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ο νόμος απαιτούσε από τις ασφαλιστικές εταιρείες Περιουσίας & Ατυχημάτων να προσφέρουν κάλυψη κατά της τρομοκρατίας σε εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά έθετε ανώτατο όριο απαλλαγής και καθόριζε όριο ζημιών για τον κλάδο, πέραν του οποίου θα ενεργοποιούνταν η ομοσπονδιακή ενίσχυση. Μόλις ενεργοποιούνταν το όριο αυτό, η κυβέρνηση θα κάλυπτε ένα σημαντικό μέρος των ζημιών και στη συνέχεια θα ανακτούσε μέρος του κόστους μέσω επιπλέον επιβαρύνσεων στα ασφάλιστρα. Ο νόμος TRIA παρείχε, για πρώτη φορά, ένα χρηματοοικονομικό δίχτυ ασφαλείας για την προστασία των αμερικανικών ασφαλιστικών εταιρειών από την αφερεγγυότητα που θα μπορούσε να προκληθεί από ένα ακραίο τρομοκρατικό συμβάν. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων, όπου οι ζημιές από τρομοκρατία και πυρηνικές, βιολογικές, χημικές και ραδιενεργές επιθέσεις, γενικά, δεν μπορούν να εξαιρούνται. Ο νόμος TRIA υποστήριξε, επίσης, τις προσπάθειες ανασυγκρότησης και τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, προστατεύοντας παράλληλα τις δανειακές και τις ταμειακές ροές που αφορούν τους δανειστές και τους κατόχους ομολόγων.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανανέωσε την ισχύ του TRIA το 2005, το 2007, το 2015 και το 2019, υπογραμμίζοντας τη σημασία του προγράμματος για τη σταθεροποίηση της αγοράς ασφάλισης κατά της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, το οποίο έχει εγκριθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, η ομοσπονδιακή συμμετοχή προϋποθέτει την πιστοποίηση ενός μεμονωμένου τρομοκρατικού συμβάντος από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο πρέπει να προκαλεί ζημίες άνω των $5 εκατ. Σε αυτή την περίπτωση, το συνολικό ετήσιο ύψος των ζημιών από τρομοκρατικές ενέργειες πρέπει να υπερβαίνει τα $200 εκατ., για να ενεργοποιηθεί το TRIP. Μόλις γίνει αυτό, κάθε ασφαλιστής αναλαμβάνει ένα ποσό ίσο με το 20% των επιλέξιμων άμεσων εισπραχθέντων ασφαλίστρων του προηγούμενου έτους, ενώ το Υπουργείο Οικονομικών τους αποζημιώνει για το υπόλοιπο 80% των ζημιών από τρομοκρατικές ενέργειες.
Οι αντιδράσεις σε παγκόσμιο επίπεδο ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ενώ ορισμένα συστήματα είχαν δημιουργηθεί πριν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, όπως, για παράδειγμα, το Pool Re του Ηνωμένου Βασιλείου και το Consorcio de Compensación de Seguros στην Ισπανία. Το Pool Re αντασφαλίζει τις ασφαλιστικές εταιρείες – μέλη της με απεριόριστη εγγύηση του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ το ισπανικό σύστημα αποζημιώνει άμεσα τις έκτακτες ζημιές που πληρούν τις προϋποθέσεις, χρησιμοποιώντας επιπλέον υποχρεωτικά ασφάλιστρα. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Γαλλία ίδρυσε το GAREAT και η Γερμανία δημιούργησε το 2002 το Extremus· η Αυστραλία ίδρυσε, επίσης, το δικό της ταμείο αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, το 2003. Αυτές οι ρυθμίσεις αποκατέστησαν το ασφαλιστικό capacity, μέσω διαφορετικών συνδυασμών συμμετοχής ασφαλιστών, αντασφαλιστών και κρατικής στήριξης.
Αναδυόμενοι κίνδυνοι: Κυβερνοτρομοκρατία και παγκόσμια αστάθεια
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες, η επέτειος των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου υπογραμμίζει τη σημασία που έχουν η διαχείριση της συγκέντρωσης κινδύνων, τα σενάρια καταστροφών και η αξιοπιστία των ασφαλιστικών συμβάσεων. Οι αξιολογήσεις των underwriters θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ταυτόχρονες απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημιές σε περιουσία, σωματικές βλάβες και διακοπή εργασιών, καθώς και την ποιότητα και τη ρευστότητα των αντισυμβαλλομένων αντασφαλιστών, τη στιγμή που η αποκατάσταση των ζημιών παραμένει σε εκκρεμότητα. Για ορισμένους παγκόσμιους αντασφαλιστές, το σενάριο με τις μεγαλύτερες πιθανές ζημιές σχετίζεται με μια πυρηνική έκρηξη πάνω από τη Νέα Υόρκη, γεγονός που καταδεικνύει τον βαθμό στον οποίο ο κλάδος προετοιμάζεται για καταστροφικές ζημιές από τρομοκρατικά συμβάντα.
Σε ένα πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, οι κυβερνοεπιθέσεις θα μπορούσαν να διευρύνουν τη μετάδοση πολιτικά υποκινούμενων διαταραχών. Μια καταστροφική επίθεση σε κοινόχρηστες υπηρεσίες cloud, σε υποδομές πληρωμών ή σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να προκαλέσει αλληλένδετες ζημιές σε ασφαλισμένους που βρίσκονται σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία, οπότε η γεωγραφική διασπορά του κινδύνου ενδέχεται από μόνη της να μην είναι αρκετή. Οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να εντοπίσουν κοινές τεχνολογικές εξαρτήσεις και να αξιολογήσουν πώς θα μπορούσαν να ανταποκριθούν ταυτόχρονα οι καλύψεις για κυβερνοεπιθέσεις, περιουσιακές ζημιές και έμμεση διακοπή εργασιών.
Η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η διαφοροποίηση στην κάλυψη είναι κρίσιμη, τόσο για τους πελάτες όσο και για τους ασφαλιστές, στον τομέα της ασφάλισης κατά των κυβερνοεπιθέσεων. Το κυβερνοέγκλημα, η κυβερνοτρομοκρατία και οι κρατικά υποστηριζόμενες επιθέσεις μπορεί να αλληλεπικαλύπτονται, αλλά δεν αποτελούν διαφορετικές ασφαλιστικές κατηγορίες. Οι διαφωνίες σχετικά με την απόδοση ευθύνης και οι διαφορές μεταξύ των πρωτασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών συμβολαίων μπορούν επίσης να οδηγήσουν τους ασφαλιστές να αναλάβουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τον αναμενόμενο. Αν και ο νόμος TRIA μπορεί να καλύψει περιπτώσεις κυβερνοτρομοκρατίας στο πλαίσιο συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων, υπό την προϋπόθεση της πιστοποίησης και της τήρησης άλλων νομοθετικών απαιτήσεων, δεν αποτελεί εκ σχεδιασμού ένα ολοκληρωμένο δίχτυ ασφαλείας για καταστροφικές κυβερνοεπιθέσεις, εκτιμά ο οίκος αξιολόγησης.
Έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ για το 2026 σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Προγράμματος Ασφάλισης κατά του Κινδύνου Τρομοκρατίας (TRIP) εξέτασε πιθανά κενά στην κάλυψη καταστροφικών ζημιών στον κυβερνοχώρο. Επιπλέον, υπογράμμισε τις υφιστάμενες διαφωνίες μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά και των ρυθμιστικών αρχών, σχετικά με την ανάγκη για μεγαλύτερη παρέμβαση. Στο πλαίσιο της έκθεσης εξετάστηκε ένα σενάριο ζημιών στον κυβερνοχώρο βασισμένο σε μια υποθετική υβριδική επίθεση (φυσική και κυβερνοεπίθεση) εναντίον κέντρων δεδομένων στη Βιρτζίνια, με επιπτώσεις στις λειτουργίες cloud που υποστηρίζονται από τα εν λόγω κέντρα. Σύμφωνα με το μοντέλο που ακολουθήθηκε, οι συνολικές ασφαλισμένες ζημιές υπολογίστηκαν στα περίπου $14,6 δισ. – εκ των οποίων το 88% αφορούσε ζημιές στον κυβερνοχώρο. Η κατανομή των ζημιών έγινε ως εξής: περίπου $4,85 δισ. ήταν ομοσπονδιακές πληρωμές στο πλαίσιο του TRIP, ενώ το υπόλοιπο ποσό καλύφθηκε από τους ασφαλιστές και τους αντασφαλιστές, με βάση το επίπεδο της απαλλαγής και της συμπληρωματικής συμμετοχής τους. Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, οποιοσδήποτε μηχανισμός στήριξης για ζημιές στον κυβερνοχώρο θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στον καθορισμό των καλυπτόμενων συμβάντων και των διαδικασιών απόδοσης ευθύνης, στη διατήρηση σημαντικού ιδιωτικού κινδύνου και στην απαίτηση από τους ασφαλισμένους να εφαρμόζουν επαρκή πρότυπα κυβερνοασφάλειας.
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News








