Διεθνή

Γιατί οι ασφαλιστικές διαφέρουν από τις τράπεζες;

Η Insurance Europe δημοσίευσε στις 5 Νοεμβρίου μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση που εξετάζει το σημαντικότατο και πολυσυζητημένο θέμα των διαφορών μεταξύ ασφαλιστικού και τραπεζικού τομέα αλλά και τους λόγους για τους οποίους οι κανονιστικές ρυθμίσεις θα πρέπει να λάβουν υπόψη τις διαφορές αυτές.

Όπως σημειώνεται στην εισαγωγή της έκθεσης, ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην Ευρώπη θεωρείται συχνά ως μία ενιαία αλληλένδετη βιομηχανία. Αυτή είναι μια υπεραπλουστευμένη άποψη, καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας αποτελείται από διάφορες βιομηχανίες, η καθεμία με το δικό της στόχο να εκπληρώσει τις διαφορετικές ανάγκες των πελατών της. Στο πλαίσιο αυτό, η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι παρόμοιες οδηγεί στην εξίσου εσφαλμένη υπόθεση ότι η ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο για τη ρύθμιση του ασφαλιστικού. Αυτό πολύ συχνά οδηγεί σε μη ικανοποιητικά αποτελέσματα για όλα τα μέρη.

Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες χρειάζονται διαφοροποιημένα και ειδικά ρυθμιστικά πλαίσια που να αντικατοπτρίζουν πλήρως τις βαθιές διαφορές μεταξύ των επιχειρηματικών μοντέλων και των χαρακτηριστικών κινδύνου των δύο βιομηχανιών.

Η Insurance Europe έχει επανειλημμένα αντιμετωπίσει υπερ-απλουστεύσεις εκ μέρους όσων χαράσσουν πολιτική και των κυβερνητικών οργάνων, οι οποίοι πολύ συχνά φαίνεται να πιστεύουν ότι οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες μοιάζουν και θα πρέπει, συνεπώς, να υποβάλλονται σε παρόμοιες ρυθμίσεις.

Στην πραγματικότητα, η εφαρμογή τραπεζικά εμπνευσμένων κανονιστικών πλαισίων για τους ασφαλιστές θα έχει σημαντική αρνητική επίπτωση στον κλάδο και στο σύνολο της οικονομίας.

Η έκθεση της Insurance Europe είναι οργανωμένη σε δύο μέρη:

Στο 1ο μέρος γίνεται μια επισκόπηση των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, συγκρίνοντας και αντιπαραθέτοντας τις βασικές δραστηριότητες και τις αξίες που ακολουθούν. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις διαφορές των κινδύνων που αντιμετωπίζουν τράπεζες και ασφαλιστικές ως συνέπεια των δραστηριοτήτων τους, και στις επιπτώσεις αυτών των διαφορών στην έκθεσή τους σε κίνδυνο τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και συνολικά.

Το 2ο μέρος καλύπτει τις επιπτώσεις που προκύπτουν από όσα αναφέρονται στο 1ο  μέρος, για την αποτελεσματική ρύθμιση των ασφαλιστικών εταιρειών. Αυτό γίνεται μέσα από μια σειρά από ερωτήματα που τίθενται και στη συνέχεια απαντώνται. Τα ερωτήματα θίγουν μια σειρά από θέματα και ζητήματα που έρχονται συχνά σε τρέχουσες συζητήσεις σχετικά με τις κανονιστικές εξελίξεις. Για κάθε ερώτηση, δίνεται μία μικρή και μία μεγάλη απάντηση. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι η βασική ιδέα πίσω από κάθε απάντηση είναι απλή, ακόμη και αν περίπλοκα επιχειρήματα μπορούν να σταθούν πίσω από αυτή. Το κυρίαρχο μήνυμα που μεταφέρεται είναι ότι απαιτούνται σε επίπεδο εταιρείας διακριτές ρυθμιστικές προσεγγίσεις και ότι μια προσέγγιση βάσει δραστηριοτήτων είναι η πιο επαρκής και σε μακροοικονομικό επίπεδο.

Αντιγράφουμε από την περίληψη της έκθεσης:

Στον απόηχο της τραπεζικής κρίσης του 2007/2008, ένας σημαντικός αριθμός των μεταρρυθμίσεων έχουν εισαχθεί από διεθνείς, ευρωπαϊκούς και εθνικούς φορείς χάραξης πολιτικής, ως απάντηση στα προβλήματα στον τραπεζικό τομέα, οι οποίες είχαν επηρεάσει αρνητικά το σύνολο της οικονομίας. Αυτές οι προσπάθειες για την προώθηση υγιών και σταθερών χρηματοπιστωτικών αγορών υποστηρίζονται πλήρως από τον ασφαλιστικό κλάδο.

Μια ανησυχητική τάση, ωστόσο, προέκυψε. Αρκετές ρυθμιστικές πρωτοβουλίες που απευθύνονται σε τραπεζικές εργασίες τελικά μεταφέρθηκαν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες, χωρίς να γίνει κατάλληλη διάκριση μεταξύ των πολύ διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων που συνθέτουν τον χρηματοοικονομικό τομέα.

Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες ακολουθούν πολύ διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα και παίζουν πολύ διαφορετικούς ρόλους στην οικονομία. Η βασική δραστηριότητα των ασφαλιστών και αντασφαλιστών είναι η συγκέντρωση κινδύνων και ο μετασχηματισμός αυτών, ενώ εκείνη των τραπεζών είναι η συλλογή των καταθέσεων και η έκδοση στεγαστικών δανείων, σε συνδυασμό με την παροχή μιας ποικιλίας υπηρεσιών βάσει αμοιβής.

Κατά συνέπεια, οι ισολογισμοί των ασφαλιστών είναι οικονομικά σταθεροί, καθώς οι αρκετά μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τους αντισυμβαλλομένους ταιριάζουν με περιουσιακά στοιχεία/ενεργητικά αντίστοιχης διάρκειας. Στην περίπτωση των τραπεζών, που ασχολούνται με τον μετασχηματισμό λήξεων, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού δεν ταιριάζουν, και η μέση διάρκεια των περισσότερων περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών είναι κατά κανόνα μεγαλύτερη από τη μέση διάρκεια των υποχρεώσεών τους.

Οι ασφαλιστές και οι τράπεζες παίζουν, επίσης, πολύ διαφορετικούς ρόλους σε σχέση με την αποτελεσματική λειτουργία του συνόλου της οικονομίας. Οι τράπεζες είναι μέρος του συστήματος πληρωμών και διακανονισμού και μέσω του ρόλου τους ως πάροχοι πίστωσης είναι το κύριο κανάλι μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών. Οι ασφαλιστές έχουν μια σημαντική συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη με την παροχή στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις προστασίας έναντι αρνητικών γεγονότων.

Ενώ ο ρόλος αυτός είναι, επίσης, ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της οικονομίας, δεν υπάρχει κυρίαρχος σύνδεσμος και οι διασυνδέσεις είναι ουσιωδώς διαφορετικές. Ειδικότερα, δεν υπάρχει σύνδεση του ισολογισμού μεταξύ ασφαλιστών και επίσης δεν υπάρχει «κεντρικός ασφαλιστής» όπως υπάρχει κεντρική τράπεζα.

Τα προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών εταιρειών και των τραπεζών διαφέρουν επίσης ριζικά.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι κυρίως εκτεθειμένες στον κίνδυνο αναδοχής (underwriting risk), στον κίνδυνο της αγοράς και στον κίνδυνο ασυμβατότητας μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, ενώ οι πιο σημαντικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι τράπεζες είναι ο πιστωτικός κίνδυνος, ο κίνδυνος ρευστότητας και ο κίνδυνος αγοράς. Κυρίως, όμως, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει ένας ασφαλιστής εξαρτώνται από τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο αυτά αλληλεπιδρούν.

Από μια μακροπροληπτική σκοπιά, το βασικό επιχειρηματικό μοντέλο της ασφάλισης δεν δημιουργεί συστημικό κίνδυνο που να μεταδίδεται απευθείας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Υπάρχει πολύ χαμηλότερος κίνδυνος μόλυνσης, υψηλότερη υποκατάσταση και χαμηλότερη οικονομική ευπάθεια στην ασφάλιση σε σχέση με τον τραπεζικό τομέα.

Η οικονομική κατάσταση των ασφαλιστών επιδεινώνεται με πολύ βραδύτερο ρυθμό από ό,τι εκείνη των τραπεζών και ακόμη κι αν ο ασφαλιστής συναντήσει προβλήματα, μια ομαλή εκκαθάριση είναι πολύ πιο εύκολη, δεδομένου ότι οι ασφαλιστές προσπαθούν να ταιριάξουν τις αναμενόμενες μελλοντικές απαιτήσεις από ασφαλισμένους με επαρκή περιουσιακά στοιχεία. Αυτό διευκολύνει τη μεταφορά ή την απορροή των χαρτοφυλακίων τους.

Η Insurance Europe υποστηρίζει τις κατάλληλες βελτιώσεις των ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων που αφορούν τους ασφαλιστές και που θα διατηρήσουν μια υγιή και ανταγωνιστική βιομηχανία και θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Αλλά η πολύ κοινή παραδοχή ότι η ρύθμιση που ισχύει για τον τραπεζικό τομέα πρέπει να ισχύει και για την ασφάλιση είναι λάθος. Οι κανόνες που εφαρμόζονται για την ασφάλιση θα πρέπει να αντανακλούν πλήρως τις βαθιές διαφορές μεταξύ των επιχειρηματικών μοντέλων και των χαρακτηριστικών κινδύνου των δύο βιομηχανιών. Η εφαρμογή κανονιστικών πλαισίων στους ασφαλιστές, εμπνευσμένων από τον τραπεζικό τομέα, θα έχουν σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις για τον κλάδο και για το σύνολο της οικονομίας.

Ολόκληρη η έκθεση είναι διαθέσιμη εδώ.

 

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας