Για να είναι έγκυρη η καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης για μη καταβολή του ασφαλίστρου απαιτείται γραπτή δήλωση του ασφαλιστή που να αναφέρει ρητά ότι, σε περίπτωση μη καταβολής της καθυστερημένης δόσης ασφαλίστρου εντός μηνός από την κοινοποίηση της γραπτής αυτής δήλωσης λύεται η σύμβαση ασφάλισης.

Tο κρίσιμο ζήτημα της έγκυρης μονομερούς καταγγελίας από τον ασφαλιστή της σύμβασης ασφάλισης λόγω καθυστέρησης καταβολής του ασφαλίστρου ρυθμίζεται από το άρθρο 6 του Ν 2496/1997 και απαιτεί τη γραπτή δήλωση του ασφαλιστή προς τον λήπτη, η οποία να αναφέρει ρητά ότι, σε περίπτωση μη καταβολής της καθυστερημένης δόσης ασφαλίστρου εντός μηνός από την κοινοποίηση της γραπτής αυτής δήλωσης λύεται η σύμβαση ασφάλισης.

Σχετικά με τον τύπο, αλλά κύρια την κρίσιμη προϋπόθεση της ουσιαστικής γνώσης του λήπτη της ασφάλισης περί του περιεχομένου και των συνεπειών της δήλωσης αυτής, που επιφέρει τη νόμιμη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών σε απόφασή του (ΤρΕφΑθ 1172/2018, ΔΕΕ, Μάιος 2019, σελ. 759 επ.).

(…) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν 2496/1997, το οποίο ισχύει μετά την κατάργηση του άρθρου 33 ΝΔ 400/1970, από το άρθρο 33 παρ. 3 του Ν 2496/1997: «Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές».

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: «Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή, να καταγγείλει τη σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης».

Κατά δε το άρθρο 33 παρ. 1 και 4 του ίδιου ως άνω νόμου, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο. Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής:

1) Η καταβολή του ασφαλίστρου βαρύνει τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφάλισης και αποτελεί την κύρια αυτού υποχρέωση από τη σύμβαση, γίνεται δε, είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές.

2) Η καθυστέρηση ως προς την καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου, ανεξάρτητα από τον χρόνο της καθυστέρησης, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση.

3) Το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης, υπό τους αναφερόμενους όρους, παρέχεται στον ασφαλιστή και για τις υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (16.5.1997).

Η παραπάνω καταγγελία αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του ασφαλιστή, η δε σχετική δήλωση βούλησης, απευθυντέα προς τον αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφάλισης, για να είναι έγκυρη πρέπει:

α) να περιέχεται σε γραπτό κείμενο, στο οποίο να διατυπώνεται, σαφώς, η βούληση του ασφαλιστή, για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης, χωρίς να είναι αναγκαία και η χρησιμοποίηση πανηγυρικών εκφράσεων να αναφέρεται σε αυτή, ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.

Η με το παραπάνω περιεχόμενο έγγραφη δήλωση του ασφαλιστή επιφέρει τα νομικά αποτελέσματα από τότε που θα περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), ανεξάρτητα πότε αυτός θα λάβει γνώση του περιεχομένου του.

Αν δεν καταβληθούν τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα εντός μηνός από την κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας, τότε με τη συμπλήρωση αυτού επέρχεται η λύση της σύμβασης (ΑΠ 1488/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 964/2003 ΔΕΕ 2003, 107).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 167 Α Κ, προκύπτει ότι η καταγγελία, για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης, είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλόμενου μέρους, η δε δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι, απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της.

Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει.

Σε περίπτωση συστημένης επιστολής μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ), δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως, από τον τελευταίο (χέρι με χέρι) οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης από μέρους του περιεχομένου της.

Συνακόλουθα, δεν εξομοιώνεται με παράδοση της συστημένης επιστολής στον παραλήπτη η αποστολή της από τον αποστολέα και η επιστροφή της σε αυτόν από το Ταχυδρομείο με την ένδειξη «αζήτητο» ή «ανεπίδοτο» (ΑΠ 510/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/2006 ΝοΒ 2007, 1154, ΕφΑθ 2072/2016 ΝΟΜΟΣ). (…).

Θεόδωρος Κουτσούμπας, Δικηγόρος – Διδάκτωρ Νομικής – M.T.E.Y.
(e-mail: [email protected])

Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Προηγούμενο άρθροMetLife: Επένδυση στη νέα γενιά
Επόμενο άρθροΕυρωπαϊκή Πίστη: Επιστροφή ασφαλίστρων μέσω του προγράμματος Ασφαλιστικός Γονέας