Πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), διαπιστώνει ότι αρκετά άτομα, ακόμα και στις  πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στη θεραπεία που χρειάζονται λόγω του κόστους που αυτή συνεπάγεται.

Με βάση στοιχεία από 24 χώρες, η έκθεση του ΠΟΥ αποκαλύπτει ότι:

  • Ποσοστό 1%- 9% των νοικοκυριών στην Ευρώπη φτάνουν στα όρια της φτώχειας ή κάτω από αυτά, εξαιτίας των χρημάτων που πρέπει να διαθέσουν για να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα υγείας.
  • Ποσοστό 1%-17% των νοικοκυριών αντιμετωπίζουν ακόμα και οικονομική καταστροφή εξαιτίας των χρημάτων που χρειάζεται να δαπανήσουν για την υγεία, πράγμα που μπορεί να σημαίνει ότι δεν μπορούν πλέον να αντεπεξέλθουν σε άλλες βασικές ανάγκες, όπως η διατροφή, η στέγαση και η θέρμανση.
  • Οι δαπάνες υγείας μπορούν να αποβούν καταστροφικές για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού και οφείλονται κυρίως σε ιδιωτικές πληρωμές για φάρμακα εξωτερικών ασθενών.

H έκθεση του ΠΟΥ συνδυάζει για πρώτη φορά στοιχεία που αφορούν στην οικονομική δυσπραγία και τις ανάγκες που δεν καλύπτονται σε ό,τι αφορά την υγεία. Δείχνει πως ο αριθμός των ανθρώπων που στερούνται των ενδεδειγμένων υπηρεσιών υγείας, συμπεριλαμβανομένων απαραίτητων συνταγογραφημένων φαρμάκων, είναι υψηλός σε χώρες όπου η οικονομική προστασία είναι σε χαμηλά επίπεδα.

Καθολική κάλυψης υγείας με ιδιωτικές πληρωμές δεν γίνεται

Η εξασφάλιση ότι όλοι θα μπορούν να χρησιμοποιούν ποιοτικές υπηρεσίες υγείας χωρίς να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες είναι ένας Στόχος Βιώσιμης Ανάπτυξης, που έχουν δεσμευτεί όλες οι χώρες να επιτύχουν μέχρι το 2030 και αποτελεί προτεραιότητα για τον ΠΟΥ.

Ωστόσο, η έκθεση του ΠΟΥ εντοπίζει σημαντικά κενά στην κάλυψη, κενά που οι χώρες πρέπει να αντιμετωπίσουν, εάν θέλουν οι πολίτες τους να μην εξαθλιώνονται οικονομικά στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν αναπάντεχα προβλήματα υγείας.

Στο πλαίσιο αυτό ο ΠΟΥ προτείνει:

  • τη χρήση απαλλαγών και ανώτατων ορίων στη συμμετοχή που πρέπει να πληρώνουν οι ασθενείς, ειδικά οι ασθενέστεροι οικονομικά·
  • την εξασφάλιση πακέτου παροχών που να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα βασικών φαρμάκων σε εξωνοσοκομειακή και νοσοκομειακή περίθαλψη και
  • σύνδεση του δικαιώματος σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, που χρηματοδοτούνται από το κράτος, με τον τόπο κατοικίας και όχι με την εργασία ή την πληρωμή εισφορών.

Οι χώρες με χαμηλή οικονομική προστασία μπορούν να επανασχεδιάσουν την πολιτική τους για τη βελτίωση της προστασίας των φτωχών και των τακτικών χρηστών των υπηρεσιών υγείας.

Σε ορισμένες από αυτές τις χώρες, ωστόσο, είναι απίθανο να επιτευχθεί σημαντική πρόοδος χωρίς πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις για την αύξηση του αριθμού των φαρμάκων στη δέσμη των παροχών.

Με μεγαλύτερες επενδύσεις, οι χώρες μπορούν να επεκτείνουν τις απαλλαγές στη συμμετοχή για ευάλωτα άτομα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για κοινωνικές παροχές, ώστε κανείς να μη μείνει πίσω. Αυτό συμβαδίζει με τις περιφερειακές δεσμεύσεις για δίκαιη υγεία στην Ευρώπη.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Σύμφωνα με υπολογισμούς του ΠΟΥ, το 2014 ένα στα δέκα νοικοκυριά στην Ελλάδα υποβλήθηκε σε καταστροφικές άμεσες δαπάνες, αναλογία που ανέρχεται στο ένα στα τρία για τα φτωχότερα νοικοκυριά.

Τα στατιστικά στοιχεία του έτους 2017 για τη χρηματοδότηση των δαπανών Υγείας, σε εθνικό επίπεδο, που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στις 29 Μαρτίου 2019, δείχνουν ότι:

  • το 34,8% της συνολικής δαπάνης για υπηρεσίες υγείας (€5.036,3 εκατ.) προήλθε από ιδιωτικές πληρωμές,
  • το 4% (€578,4 εκατ.) από την ιδιωτική ασφάλιση και
  • το 60,8% (€8.815,8 εκατ.) ήταν η συνολική δημόσια χρηματοδότηση.

Τόσο η συνολική δημόσια χρηματοδότηση όσο και η συνολική ιδιωτική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας παρουσίασαν μείωση το 2017 σε σχέση με τις δαπάνες του έτους 2016, κατά 1,2% και κατά 0,2%, αντίστοιχα.

Η συμβολή του κάθε τομέα, όμως, στη συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας έχει διαφορετικό πρόσημο. Συγκεκριμένα, η συμβολή του δημόσιου τομέα μειώθηκε από 61,1% το 2016 σε 60,8% το έτος 2017, ενώ αντίθετα η συμβολή του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε από 38,5% το έτος 2016 σε 38,7% το έτος 2017.

Η συμβολή της Ιδιωτικής Ασφάλισης στη συνολική χρηματοδότηση των δαπανών υγείας είναι ανοδική: από τα €495,1 εκατ. το 2013 στα €578,4 εκατ. το 2017.

Αρχίζουν, άραγε, σιγά σιγά οι Έλληνες να συνειδητοποιούν πόσο χρήσιμη είναι η ιδιωτική ασφάλιση για την κάλυψη των δαπανών υγείας; Ίσως. Όμως το 4% είναι πολύ μικρό σε σχέση με το 34,8% που αντιπροσωπεύουν οι ιδιωτικές πληρωμές για δαπάνες υγείας. Κι αυτό σημαίνει ότι είναι μακρύς ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί και ο κόπος που απαιτείται να καταβάλει ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης, για να πείσει τους όλο και περισσότερο φτωχοποιούμενους Έλληνες για τα οφέλη που μπορεί να τους προσφέρει ένα ιδιωτικό πρόγραμμα υγείας.

Ένα πρόγραμμα που πρέπει όμως να αγοράσουν τώρα, που είναι νέοι και υγιείς, για να το έχουν όταν μεγαλώσουν και αρχίσουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.