Τι συμβαίνει στην περίπτωση της εξαγοράς του ομαδικού διαχειριστικού χαρακτήρα και ποια τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, μέλους της ομάδας έναντι του ασφαλιστή;

Άρθρο του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής – M.T.E.Y. (e-mail: [email protected]), σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Σε προηγούμενο άρθρο μας (βλ. τεύχος Φεβρουαρίου 2019, σελ. 102) έγινε αναφορά στη διάκριση μεταξύ ομαδικής ασφάλισης και ομαδικής ασφάλισης διαχειριστικού χαρακτήρα, όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 462/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Έγινε σαφές ότι η διαχειριστική ασφάλιση είναι ειδικού τύπου επενδυτικής μορφής εργασία, χωρίς την ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου από τον ασφαλιστή. Σημαντική, δε, υπήρξε η αναφορά στο γεγονός ότι η ομαδική ασφάλιση είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, δηλαδή του μέλους της ασφαλιζόμενης ομάδας.

Το ερώτημα το οποίο τίθεται ενίοτε είναι το τι ακολουθεί, σε περίπτωση εξαγοράς του ομαδικού συμβολαίου και σύναψης από τους εκπροσώπους της ομάδας ή τον λήπτη του ομαδικού, άλλου συμβολαίου με διαφορετικούς, ενίοτε δυσμενέστερους όρους, καθώς και αν εντάσσεται η περίπτωση της εξαγοράς του ομαδικού διαχειριστικού χαρακτήρα στην παράγραφο 7 του άρθρου 7 του Ν. 2496/1997, ασφαλιστική περίπτωση. Και αν ναι, ποια είναι τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, μέλους της ομάδας έναντι του ασφαλιστή;

Επί των ερωτημάτων αυτών, ο Άρειος Πάγος, σε πρόσφατη απόφαση, αφού αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων συναφών ζητημάτων, επί του ζητήματος του χαρακτήρα και της ιδιαιτερότητας του ομαδικού προγράμματος, το οποίο, ως προς τα κεφάλαια πρόνοιας, έχει σαφώς επενδυτικό χαρακτήρα, μη ενσωματώνοντας ασφαλιστικό κίνδυνο για τον ασφαλιστή, στη συνέχεια ασχολήθηκε με τα δικαιώματα του ασφαλισμένου μέλους της ομάδας, όσον αφορά στο επενδυτικό σκέλος του συμβολαίου (ΑΠ 830/2019, δημοσίευση ΔΕΕ, τεύχος 2 2020, σελ. 258 επ.).

Αποσπάσματα της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου παρατίθενται:

(…) Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι άνω αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις, ως προς τα κεφάλαια πρόνοιας, δεν συνιστούν ασφαλιστικές συμβάσεις ανάληψης κινδύνου, αλλά συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίων και ότι η αντικατάσταση των αρχικών ασφαλιστικών συμβάσεων με τις μεταγενέστερες, δεν συνιστά παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη πράξη σε βάρος του ενάγοντος και των ασφαλισμένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν από τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός εργαζόμενος, που ρητά και κατηγορηματικά δεν συναίνεσε, αλλά εναντιώθηκε με τη λήξη και την αντικατάσταση των άνω αρχικών συμβάσεων ασφάλισης και έκανε γνωστή τη βούλησή του αυτή στους εναγομένους, ενώ αρνήθηκε να υπογράψει τη σχετική υπεύθυνη δήλωση για να υπαχθεί στην ασφάλιση των νέων συμβολαίων, δηλώνοντας σαφώς ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει την ασφάλιση με τα ως άνω νέα συμβόλαια, εμμένοντας στην υπαγωγή του στις άνω αρχικές συμβάσεις ασφάλισης, με αριθμούς …/1977 και …/1986 και στις αξιώσεις του που πηγάζουν από αυτές. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του ενάγοντος ήταν να μη συμπεριληφθεί στα νέα ομαδικά ασφαλιστήρια, και δη ούτε στο με αριθμό …/2001, ούτε στο με αριθμό …/2001.

Το τρίτο και η δεύτερη των εναγομένων ενημέρωσαν την πρώτη εναγομένη ότι ο ενάγων αρνείται να συναινέσει στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια και κατόπιν αυτών η τελευταία (πρώτη εναγομένη) δεν συμπεριέλαβε τον ενάγοντα ως ασφαλισμένο στα νέα ασφαλιστικά συμβόλαια. Επομένως, κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων, ως προς τον ενάγοντα, δεν επήλθε αντικατάσταση των ασφαλιστικών συμβάσεων με τα με αριθμούς …/2001 και …/2001 ασφαλιστικά συμβόλαια, αλλά ούτε και συνέχιση των παλαιών ασφαλιστικών συμβολαίων με αριθμούς …/1977 και …/1986. Κατά συνέπεια ως προς τον ενάγοντα, οι εναγόμενοι αφενός έλυσαν τα αρχικά αμέσως προαναφερόμενα ασφαλιστικά συμβόλαια και αφετέρου δεν τα αντικατέστησαν με τα νέα….
…Εξάλλου ο ενάγων ως ασφαλισμένος τρίτος που είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να απαιτήσει απευθείας την ασφαλιστική παροχή, δήλωσε προς την πρώτη εναγομένη ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, που απορρέει από τα ως άνω με αριθμούς …/1977 και …/1986 ασφαλιστήρια συμβόλαια…

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν 2496/1997 κατά την οποία «κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη», η πρώτη εναγομένη, λόγω της λύσης των συμβάσεων ασφάλισης με αριθμούς …/1977 και …/1986, οφείλει στον ενάγοντα, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 4 του Ν 2496/1997, τη συμφωνηθείσα αξία εξαγοράς, ήτοι τα κατά τη λήξη της συμβάσεως οφειλόμενα κεφάλαια πρόνοιας. (…).

Προηγούμενο άρθροΗ Affidea μας ενημερώνει για το μελάνωμα
Επόμενο άρθροΟι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προστάτευσαν την ασφάλιση πιστώσεων