Άρθρα

Ε.Λ.Π., ανάληψη κινδύνων και έλεγχος-εκτίμηση ζημιών

Tα ισχύοντα νέα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα σε σχέση με την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων Περιουσίας και τον έλεγχο-εκτίμηση των ζημιών τους

Του Παναγιώτη Ν. Στρατή, Οικονομολόγου, Μετόχου του Γραφείου Πραγματογνωμόνων Πασκάλ & Στρατής ΑΕ

1. Ιστορική αναδρομή εφαρμογής των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων

Το έτος 2010, όταν η Ελλάδα υπέγραψε το πρώτο μνημόνιο, οι εκπρόσωποι των δανειστών μας απαίτησαν και το κράτος ανέλαβε την υποχρέωση κατάργησης του ισχύοντος από το έτος 1992 Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), του οποίου οι λογιστικοί κανόνες, κατά την άποψη των εκπροσώπων των δανειστών, δεν υπήρχαν πουθενά αλλού στον κόσμο και εμπόδιζαν την ανάπτυξη της οικονομίας.

Ο Κ.Β.Σ. ήταν ελληνικό επινόημα, με διατάξεις που απέβλεπαν στη σωστή τήρηση των λογιστικών βιβλίων, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τη φορολογική νομοθεσία, αλλά και να εκδίδονται σωστά τα λογιστικά στοιχεία (τιμολόγια, δελτία αποστολής, κ.λπ.).

Στις άλλες χώρες τα θέματα που πραγματευόταν ο Κ.Β.Σ. ρυθμίζονταν μηχανογραφικά και αυτόματα, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είχε δημιουργήσει μέσω του κώδικα αυτού και των συνεχών τροποποιήσεών του, τους λογιστικούς και φορολογικούς κανόνες που εμπόδιζαν τη λειτουργία όλης της οικονομίας.

Το ελληνικό κράτος, υλοποιώντας την υπόσχεσή του προς τους δανειστές για κατάργηση του Κ.Β.Σ., συνέστησε προς τούτο στις 27.04.2011 ειδική επιτροπή, η οποία τον Οκτώβριο του 2011 παρέδωσε πόρισμα, το οποίο κατέληγε σε μικρές διορθώσεις του ισχύοντος κώδικα.

Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και ψηφίσθηκε ο Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.) Ν.4093/2012, ο οποίος είχε έναρξη ισχύος από 01.01.2013 και με το τελευταίο άρθρο του Νο.14 προέβλεπε κατάργηση σε έναν χρόνο των τριών βασικών άρθρων του και σύσταση επιτροπής απλοποίησης του Κ.Φ.Α.Σ.

Στις 13.05.2013 συστάθηκε ομάδα εργασίας από καθηγητές ΑΕΙ και λειτουργούς της Δημόσιας Διοίκησης, η οποία παρέδωσε πόρισμα στα τέλη του έτους 2013, με βάση το οποίο ψηφίσθηκε ο Ν.4308/24.11.2014 που προέβλεπε την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων (Ε.Λ.Π.) από 01.01.2015.

2. Θετικά και αρνητικά στοιχεία από την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων

Από τη μελέτη του κειμένου του Ν.4308/24.11.2014 και των ερμηνειών που ακολούθησαν και κυρίως από τη μέχρι τώρα εφαρμογή από τις επιχειρήσεις των Ε.Λ.Π. προκύπτουν θετικά και αρνητικά στοιχεία σε σχέση με τις προηγούμενες εφαρμογές των Κ.Β.Σ. και Κ.Φ.Α.Σ., τα κυριότερα των οποίων είναι:

2.1. Θετικά στοιχεία εφαρμογής των Ε.Λ.Π.

  • Τροποποιεί την υπάρχουσα νομοθεσία λογιστικής τυποποίησης και την ευθυγραμμίζει με την Ευρωπαϊκή Λογιστική Οδηγία 34/2013/ΕΕ, ώστε να υπάρχει ένα λογιστικό σύστημα, τα δεδομένα του οποίου μπορεί να γίνονται κατανοητά και από τη διεθνή αγορά.
  • Παρέχει ένα αναλυτικό σχέδιο λογαριασμών για την ορθή απεικόνιση των νέων οικονομικών καταστάσεων σε αντιστοίχιση με τους κωδικούς του Ενιαίου Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.).
  • Οι οικονομικές καταστάσεις των Ε.Λ.Π. έχουν μεγαλύτερη αξιοπιστία, απεικονίζουν την πραγματικότητα και συγκρίνονται εύκολα με τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Εταιρειών. Παρέχοντας την ευκολία αυτή, διευκολύνουν τη συγκρισιμότητα και την καλύτερη αξιολόγηση των επιχειρήσεων.
  • Προβλέποντας την κατάργηση του Κ.Φ.Α.Σ., απλοποιεί πάρα πολύ τις διαδικασίες καταγραφής των συναλλαγών.
  • Παρέχει τη δυνατότητα επιμέτρησης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των επιχειρήσεων στην εύλογη αξία τους.

2.2. Αρνητικά στοιχεία εφαρμογής των Ε.Λ.Π.

  • Υπάρχει αυξημένο κόστος για τις επιχειρήσεις από την εφαρμογή των Ε.Λ.Π., αφού απαιτείται πλήρης λογιστική αναδιοργάνωση και προσαρμογή του λογιστικού συστήματος (κόστος εκπαίδευσης προσωπικού, κόστος εκτίμησης παγίων, κ.λπ.).
  • Εάν επιλεγεί η μέθοδος της εύλογης αξίας, θα υπάρχουν σε λειτουργία δύο λογιστικά συστήματα, ένα για τα Ε.Λ.Π. και ένα για φορολογικούς λόγους είτε με τη διπλή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων είτε με τους διαφορετικούς συντελεστές απόσβεσης.
    Η λειτουργία των Ε.Λ.Π. στηρίζεται στην αρχική καταχώριση των συναλλαγών και γεγονότων με ποσά που αναγνωρίζονται φορολογικά (φορολογική βάση) και στη συνέχεια γίνεται ενημέρωση για τις διαφορές φορολογικής και λογιστικής βάσης (π.χ. εύλογη αξία, πάγια και αποσβέσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης).
  • Εισάγονται και οριοθετούνται νέοι όροι όπως:

Οντότητα (νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, οργανισμός ή επιχείρηση που ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα)
l Λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία)
l Εύλογη αξία (τιμή ανταλλαγής ενός περιουσιακού στοιχείου ή διακανονισμού μίας υποχρέωσης μεταξύ πρόθυμων και ενήμερων μερών, που ενεργούν υπό κανονικές στην αγορά συνθήκες κατά την ημερομηνίας μέτρησης)
l Επιμέτρηση (καταμέτρηση)
που απαιτείται χρόνος για να επικρατήσουν στις συναλλαγές.

  • Το Ενιαίο Γενικό Λογιστικό σχέδιο (ΠΔ 1123/1980) και άλλα κλαδικά λογιστικά σχέδια παρείχαν μία λογιστική τυποποίηση, η οποία αντικαθίσταται από σχέδιο λογαριασμών που είναι μικτό (από το Ε.Γ.Λ.Σ. και ευρωπαϊκά μοντέλα που συλλειτουργούν, προσαρμοσμένα στην οδηγία 2013/34/ΕΕ).

Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα για τις υποκείμενες οντότητες να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το σχέδιο λογαριασμών του Ε.Γ.Λ.Σ., με την πρόσθετη υποχρέωση προσαρμογής του εν λόγω σχεδίου λογαριασμών, ώστε να καθίσταται ευχερής η σύνταξη των προβλεπομένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

3. Αρνητικά και θετικά στοιχεία από την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων στην ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων Περιουσίας και τον έλεγχο και εκτίμηση των ζημιών τους

Η πρόταξη των αρνητικών στοιχείων στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι τυχαία, αφού τα όσα προβλέπονται από την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων δυσκολεύουν, σε μεγάλο βαθμό, κυρίως τον έλεγχο και εκτίμηση των ζημιών περιουσίας, ενώ αντιθέτως διευκολύνουν, με την παροχή στοιχείων, την ανάληψη των ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας.

Μάλιστα, τα προκύπτοντα αρνητικά στοιχεία από την κατάργηση – τροποποίηση καθιερωμένων επί δεκαετίες από τον Κ.Β.Σ. και Κ.Φ.Α.Σ. υποχρεώσεων των επιχειρήσεων για τήρηση με συγκεκριμένο τρόπο των τηρούμενων λογιστικών βιβλίων, την έκδοση και την ειδική θεώρηση των λογιστικών  στοιχείων διακίνησης και παράδοσης αγαθών, τον τρόπο και χρόνο καταχώρισης της ετήσιας απογραφής αποθεμάτων κ.λπ., με ώθησαν να επιλέξω αρχικά ως τίτλο του άρθρου:
“Ανατροπές στην παραδοσιακή λογιστική και δυσκολίες ελέγχου και εκτίμησης ζημιών, λόγω έλλειψης επαρκών δεδομένων”.

Συνεκτιμώντας και τα θετικά στοιχεία των Ε.Λ.Π., που αφορούν κυρίως στην ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας, τροποποίησα τον αρχικό τίτλο, ανεξαρτήτως εάν τα θετικά στοιχεία είναι πολύ λιγότερα των αρνητικών.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι διαχρονικά από το έτος 1976, που για πρώτη φορά άρχισα να ασχολούμαι, παράλληλα αρχικά με το τότε λογιστικό μου επάγγελμα, με τον έλεγχο και εκτίμηση των ζημιών ασφαλιστικών κινδύνων, δεν έπαψα να επισημαίνω τη μεγάλη σημασία που έχουν τα δεδομένα που προκύπτουν από τον έλεγχο των τηρούμενων από τις επιχειρήσεις λογιστικών βιβλίων και στοιχείων, για την εκτίμηση των υποβληθεισών απαιτήσεων ζημιών τους, αλλά και για την έρευνα συνθηκών του ασφαλιστικού συμβάντος.

Ποτέ δεν ήμουν με την άποψη όσων υποστηρίζουν ότι κατά τον έλεγχο εκτίμησης των ζημιών περιουσίας δεν πρέπει ο πραγματογνώμονας να επικεντρώνεται στα δεδομένα των τηρούμενων από τις επιχειρήσεις λογιστικών βιβλίων και στοιχείων, διότι αυτά τα δεδομένα, έπειτα από επεμβάσεις των υπευθύνων της επιχείρησης, δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα.

Μα αυτό είναι και το ζητούμενο, δηλαδή η διερεύνηση μέσω εξειδικευμένου και ειδικού ελέγχου (από τον πραγματογνώμονα) των δεδομένων που προκύπτουν από τα τηρούμενα λογιστικά βιβλία και στοιχεία μιας επιχείρησης.

Η απόδειξη, από πλευράς πραγματογνώμονα, του αναληθούς των δεδομένων που επικαλείται η επιχείρηση για την υποστήριξη της απαίτησής της οδηγεί, αν όχι σε ολική απόρριψή της, τουλάχιστον σε περιορισμό της, με επίκληση σταθερών επιχειρημάτων και δομημένων συλλογισμών, που προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα ή τηρούμενα από την ίδια την επιχείρηση λογιστικά στοιχεία.
Αλλά και η τεκμηρίωση της σκοπούμενης ενέργειας ως προς τις συνθήκες του συμβάντος και κυρίως η απόδειξη ασφαλιστικής απάτης των υποθέσεων που έλαβαν δημοσιότητα τις τελευταίες δεκαετίες, στηρίχθηκαν στα προκύπτοντα από τα τηρούμενα λογιστικά βιβλία και στοιχεία δεδομένα (πλαστά ή ανύπαρκτα στοιχεία διακινήσεων, εικονικές εγγραφές, καταχωρίσεις ανύπαρκτων αποθεμάτων, κ.λπ.).

Τα όσα προβλέπονται από την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων δυσκολεύουν σε μεγάλο βαθμό κυρίως τον έλεγχο και εκτίμηση των ζημιών περιουσίας, ενώ αντιθέτως διευκολύνουν με την παροχή στοιχείων την ανάληψη των ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας.

Επανερχόμενος στο θέμα μας παραθέτω στη συνέχεια τα κυριότερα αρνητικά και  θετικά στοιχεία που προκύπτουν από την εφαρμογή των Ε.Λ.Π., σε σχέση με την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας και τον έλεγχο ζημιών τους.

Αρνητικά Στοιχεία

  • Η κατάργηση της θεώρησης των όποιων βιβλίων και στοιχείων τηρεί η οντότητα και η ανάθεση στην οντότητα της λειτουργίας κατάλληλων δικλίδων, αναφορικά με την τεκμηρίωση των συναλλαγών και τη δυνατότητα συσχέτισής των με τα λογιστικά στοιχεία και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.
  • Η κατάργηση της υποχρεωτικής χρήσης φορολογικών μηχανισμών, με επακόλουθο και την κατάργηση της συμβολοσειράς σήμανσης που προσδιόριζε μονοσήμαντα το εκδιδόμενο παραστατικό.
  • Η κατάργηση του βιβλίου αποθήκης, δηλαδή η παρακολούθηση των αγαθών σε μερίδες, με υποχρέωση της οντότητας να αποδεικνύει με κάθε πρόσφορο τρόπο τα υπόλοιπα κατά είδος των αποθεμάτων. Με την κατάργηση ή, για να ακριβολογούμε, με τη μη αναφορά τήρησης βιβλίου αποθήκης με παρακολούθηση των αγαθών σε μερίδες, στερείται ο έλεγχος ασφαλιστικού συμβάντος των άμεσων δεδομένων πιστοποίησης των υπαρχόντων αποθεμάτων σε ορισμένο χώρο.
  • Η καταχώριση της απογραφής αποθεμάτων σε αθεώρητο βιβλίο, με αντίστοιχη κατάργηση της ποσοτικής καταχώρισής της σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (ισχύει η ολοκλήρωσή της κατά ποσότητα και αξία εντός των χρονικών ορίων σύνταξης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της ίδιας περιόδου).
    Με την καθιέρωση της δυνατότητας προσδιορισμού της ποσότητας των αποθεμάτων με αξιόπιστες και τεκμηριωμένες έμμεσες τεχνικές (και όχι μόνο με φυσική απογραφή κατά την ημερομηνία σύνταξης του ισολογισμού, όπως διαχρονικά ίσχυε), με στόχο όπως ερμηνεύεται την υπέρβαση των δυσχερειών και ταυτόχρονα τον περιορισμό του κόστους, δίνεται η δυνατότητα σε όσους ‘’βολεύονται’’ να εμφανίσουν αλλοιωμένα τα δεδομένα των μετρήσεων σε περίπτωση ασφαλιστικού συμβάντος, αφού δεν υπάρχει θεωρημένο βιβλίο απογραφής και συγκεκριμένη ημερομηνία καταχώρισής της.
  • Η κατάργηση ορισμένου τρόπου τήρησης των λογιστικών βιβλίων, αφού αυτός πλέον θα γίνεται με ευθύνη της οντότητας με ό,τι αυτό συνεπάγεται (η οντότητα να μπορεί να αποδείξει τις συναλλαγές).
    Συγχρόνως προβλέπεται ότι η αξιοπιστία του λογιστικού συστήματος και των λογιστικών αρχείων (βιβλίων και στοιχείων) δεν θίγεται από αποσπασματική εξέταση κάποιων στοιχείων τους, εφόσον από τη συνολική θεώρηση επιτυγχάνονται οι στόχοι της εύλογης παρουσίασης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, καθώς και η εκπλήρωση των απαιτήσεων της φορολογικής νομοθεσίας.
  • Το δελτίο αποστολής δεν αποτελεί το μοναδικό συνοδευτικό έγγραφο (όπως ίσχυε επί δεκαετίες) και εκδίδεται χωρίς υποχρέωση αναγραφής σε αυτό της ώρας αποστολής ή παράδοσης, του αριθμού κυκλοφορίας οδικού ή πλωτού μέσου, του τόπου αποστολής και του τόπου προορισμού κ.λπ., που αποτελούν βασικά στοιχεία επαλήθευσης των διακινήσεων κατά τον έλεγχο ασφαλιστικού συμβάντος.
  • Το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από την παράδοση των αγαθών, ακόμη και για παραδόσεις του τελευταίου μήνα της περιόδου. Δηλαδή, ο χρόνος έκδοσης τιμολογίου αποσυνδέεται από την εφαρμογή της αρχής του δεδουλευμένου, πλην όμως στις οικονομικές καταστάσεις τα έσοδα αυτά αναφέρονται στις χρήσεις που αφορούν.
  • Κάθε έγγραφο που έχει τις πληροφορίες του τιμολογίου θεωρείται τιμολόγιο, με την προϋπόθεση ότι ο παραλήπτης αποδέχεται το έγγραφο αυτό.
  • Δεν απαιτείται η έκδοση παραστατικού διακίνησης κατεστραμμένων ειδών και ειδών προς απόρριψη, καθώς και παγίων που δεν προορίζονται προς πώληση. Με τη διάταξη αυτή περί μη έκδοσης παραστατικού διακίνησης κατεστραμμένων ειδών και ειδών προς απόρριψη, στα οποία είδη περιλαμβάνονται και τα υπολείμματα πυρκαγιάς ή πλημμύρας, στερείται ο έλεγχος του ασφαλιστικού συμβάντος από τα βασικότερα αποδεικτικά επιχειρήματα.

Και τίθεται το εύλογο ερώτημα, εάν τα αρνητικά στοιχεία από την εφαρμογή των Ε.Λ.Π., που παρατίθενται παραπάνω, καθιστούν δύσκολο έως αδύνατο τον έλεγχο – εκτίμηση ζημιών ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας, αφού βασικά στοιχεία, που διαχρονικά λαμβάνονταν υπ’ όψιν από τους πραγματογνώμονες, δεν είναι διαθέσιμα ή για πολλούς λόγους δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα χωρίς διασταυρώσεις.

Κατά την άποψή μου, η εφαρμογή των Ε.Λ.Π. χωρίς αμφιβολία εξυπηρετεί τους λόγους που επέβαλαν την εφαρμογή τους (λογιστικό σύστημα κατανοητό από τη διεθνή αγορά, καταπολέμηση της λογιστικής παρανομίας, συγκρισιμότητα και καλύτερη αξιολόγηση των επιχειρήσεων, κ.λπ.), πλην όμως για την αξιοποίηση των όποιων δεδομένων προκύπτουν από την τήρηση των λογιστικών αρχείων στην περίπτωση επέλευσης ασφαλιστικού συμβάντος απαιτείται να γίνεται διεξοδικός έλεγχος από τον πραγματογνώμονα.

Εξάλλου, με την εφαρμογή των νέων Ε.Λ.Π. επιδιώκεται και η βέλτιστη ρύθμιση της ελεγκτικής διαδικασίας ως το πολυτιμότερο εργαλείο πρόληψης αυθαιρεσιών.

Με το δεδομένο αυτό μπορεί να διευκολυνθεί και η ελεγκτική διαδικασία του πραγματογνώμονα ασφαλιστικών κινδύνων, εφόσον αυτός διαθέτει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών και λογιστικής.

Πιο συγκεκριμένα, με τη συλλογή των ελεγκτικών τεκμηρίων και έμφαση στις διασταυρώσεις επαλήθευσης μέσω τεκμηρίων και στοιχείων τρίτων οντοτήτων που συναλλάσσονται με την ελεγχόμενη οντότητα μπορούν να ξεπερασθούν, στο μέτρο του δυνατού, τα εμπόδια – δυσκολίες που προκύπτουν από τα παραπάνω αναφερόμενα αρνητικά στοιχεία.

Θετικά Στοιχεία
Ως θετικό στοιχείο αναφέρω τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις που υποχρεούται μία οντότητα (επιχείρηση) να συντάσσει, ανάλογα με το μέγεθός της αλλά και τις γενικές αρχές που θα πρέπει να τηρεί μία οντότητα για την κατάρτιση αυτών.
Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις μίας οντότητας ενσωματώνουν, με τις ανάλογες επεξηγήσεις, όλες τις συναλλαγές και τα γεγονότα που καταχωρίζονται στα λογιστικά αρχεία της (βιβλία και στοιχεία της) σε κάθε περίοδο, δηλαδή σε κάθε διαχειριστική χρήση.

Ανάλογα με το μέγεθος της οντότητας, οι οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν:
– τον ισολογισμό
– την κατάσταση αποτελεσμάτων
– την κατάσταση μεταβολών της καθαρής θέσης
– την κατάσταση χρηματορροών
– το προσάρτημα.

Οι οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες υποχρεωτικά αναρτώνται σε διαδικτυακό τόπο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βασικό εργαλείο παροχής στοιχείων στη μελέτη – απόφαση ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου περιουσίας αλλά και στον έλεγχο – εκτίμηση ζημιών του.

Παρέχουν σημαντικότατες πληροφορίες όσον αφορά στην παρούσα οικονομική – περιουσιακή κατάσταση μίας οντότητας (επιχείρησης), αλλά και στις προοπτικές συνέχισης της δραστηριότητάς της.
Στοιχεία για μία οντότητα (επιχείρηση) όπως:

  • οι εύλογες αξίες των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεών της για τον υπολογισμό των οποίων έχουν προηγηθεί αξιόπιστες επιμετρήσεις (εκτιμήσεις), σε συνδυασμό και σύγκριση με τις λογιστικές αξίες και το ιστορικό κόστος που αναφέρονται στις ίδιες οικονομικές καταστάσεις.
  • οι αριθμοδείκτες οικονομικής διάρθρωσης, απόδοσης και αποδοτικότητάς της.
  • η προβλεπόμενη πορεία της.
  • οι παράγοντες που θέτουν σε κίνδυνο την προοπτική της εταιρείας ως συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Σύμφωνα με την αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, η οντότητα θα πρέπει να εκτιμά τη δυνατότητα συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας για διάστημα τουλάχιστον των δώδεκα (12) μηνών, εκτός και εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα προβεί σε ενέργειες ρευστοποίησης της ίδιας ή σχεδιάζει την παύση της εκουσίως, οπότε αυτό το γεγονός πρέπει να γνωστοποιηθεί.
  • τα γεγονότα μετά τη σύνταξη του ισολογισμού.
  • οι πληροφορίες σχετικά με ενσώματα και άυλα περιουσιακά στοιχεία.
  • οι εξασφαλίσεις βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων.

που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις, μαζί με τις πληροφορίες που παρέχονται από τον ισολογισμό, την κατάσταση αποτελεσμάτων, την κατάσταση μεταβολών της καθαρής θέσης και την κατάσταση χρηματορροών είναι πολύτιμα στοιχεία για τον μελετητή της παρούσας και μελλοντικής κατάστασης μίας οντότητας (επιχείρησης) πριν από την απόφαση ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου ή κατά τον έλεγχο – εκτίμηση ζημίας της.

Εξυπακούεται ότι ο μελετητής των οικονομικών καταστάσεων –οι οποίες διέπονται ή θα πρέπει να διέπονται από ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως ορθότητα, πληρότητα, συνάφεια, αξιοπιστία, συγκρισιμότητα–, θα έχει (όπως προαναφέρθηκε και για τον πραγματογνώμονα ασφαλιστικών κινδύνων) στοιχειώδη γνώση οικονομικών και λογιστικής καθώς και διάθεση να τις μελετήσει με σχετική προσοχή.

Οι οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες υποχρεωτικά αναρτώνται σε διαδικτυακό τόπο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βασικό εργαλείο παροχής στοιχείων στη μελέτη – απόφαση ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου περιουσίας αλλά και στον έλεγχο – εκτίμηση ζημιών του.

 

4. Επίλογος

Οι βασικές αρχές στις οποίες στηρίχθηκε η εφαρμογή των Ε.Λ.Π. είναι η απλοποίηση των λογιστικών διατάξεων και η εναρμόνισή τους με τα Κοινοτικά ισχύοντα. Όμως, ουδέν κακόν αμιγές καλού και οι απλοποιήσεις υποκρύπτουν κινδύνους εκμετάλλευσής των, από όσους επιδιώκουν, ιδίως σε εποχές κρίσεων, την ασφαλιστική απάτη ή την εκμετάλλευση επέλευσης ενός τυχαίου ασφαλιστικού γεγονότος.

Στην παράγραφο τρία (3) αναφέρονται τα αρνητικά και θετικά στοιχεία της εφαρμογής των νέων Ε.Λ.Π. σε σχέση με την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων περιουσίας και κυρίως με τον έλεγχο και εκτίμηση των ζημιών τους.

Η κατάθεση των προτάσεών μου, παράκαμψης στο μέτρο του δυνατού των εμποδίων και δυσκολιών από τα αναφερόμενα αρνητικά στοιχεία, είναι προσπάθεια ενημέρωσης της Ασφαλιστικής Αγοράς, προκειμένου να θωρακισθεί έναντι των υπαρκτών κινδύνων που την απειλούν.

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας