Δ. Καράμπελας: Υποχρεωτική Ασφάλιση Επιχειρήσεων – Τι σημαίνει το 70% για κάθε επιχείρηση και ποιος το ελέγχει;

Γράφει ο κ. Δημήτρης Καράμπελας,
Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, Σύμβουλος Διαχείρισης Ζημιών

Σύμφωνα με τον νόμο 5116/2024, οι επιχειρήσεις οφείλουν να ασφαλίσουν τα ιδιόκτητα περιουσιακά τους στοιχεία στο ελάχιστο ποσοστό 70% της αξίας του ενεργητικού τους, χωρίς να επεξηγείται πώς νοείται αυτό το ενεργητικό. Εξ αυτού του λόγου, εγείρονται συγκεκριμένοι προβληματισμοί για κινδύνους που ελλοχεύουν για τις υπόχρεες επιχειρήσεις, τους οποίους μόνο η εξειδικευμένη καθοδήγηση ενός ασφαλιστικού συμβούλου μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά.
Κατόπιν των διαρκώς αυξανομένων φυσικών καταστροφών των τελευταίων ετών και των μεγάλων αναγκών αποκατάστασης των ζημιών, η κυβέρνηση αποφάσισε να μεταθέσει την υποχρέωση αποζημίωσης στις ασφαλιστικές εταιρείες, λαμβάνοντας ορισμένα μέτρα ενίσχυσης της ασφαλισιμότητας ιδιωτών και επιχειρήσεων.
Ως προς τους ιδιώτες θέσπισε την έκπτωση 10% – 20% του ΕΝΦΙΑ για την ασφάλιση των κατοικιών τους, ενώ για τις επιχειρήσεις ετήσιου κύκλου εργασιών άνω των €500.000 νομοθέτησε την υποχρεωτική ασφάλισή τους, ορίζοντας και τα σχετικά πρόστιμα σε €10.000 και €20.000, αναλόγως της περίπτωσης.
Εξειδικεύοντας περαιτέρω, ο νόμος 5116/2024 αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να ασφαλίσουν τα ιδιόκτητα περιουσιακά τους στοιχεία (κτήρια – μηχανήματα – εξοπλισμό – εμπορεύματα – αυτοκίνητα) στο ελάχιστο ποσοστό 70% της αξίας του ενεργητικού τους, χωρίς καμία άλλη επεξήγηση πώς νοείται αυτό το ενεργητικό. Η ασάφεια αυτή μπορεί να οδηγήσει τόσο σε μεγάλες διενέξεις, μεταξύ ασφαλιζομένων επιχειρήσεων και ασφαλιστικών εταιρειών, όσο και σε σημαντική παραπλάνηση των ασφαλιζομένων επιχειρήσεων, οι οποίες θα θεωρήσουν ότι, συμμορφούμενες με τις διατάξεις του νόμου, θα είναι και επαρκώς ασφαλισμένες. Και εξηγούμαστε:
Στη λογιστική και φορολογική γλώσσα, η λέξη ενεργητικό ενός περιουσιακού στοιχείου σημαίνει την αναπόσβεστη αξία του, που εγγράφεται στον ισολογισμό, δηλαδή την αξία κτήσης μείον τις λογιστικές αποσβέσεις. Επί παραδείγματι, ένα μηχάνημα αγορασμένο προ 10ετίας, με τους συντελεστές απόσβεσης που ορίζονται, είναι ουσιαστικά πλέον πλήρως αποσβεσμένο, καταχωρισμένο με αξία 1 ευρώ, ενώ το μηχάνημα αυτό συνήθως χρησιμοποιείται για πολλά ακόμη χρόνια από την επιχείρηση. Συνεπώς, ένας νομοταγής ασφαλιζόμενος δεν θα περιελάμβανε την αξία του συγκεκριμένου μηχανήματος στην υποχρεωτική ασφάλιση που ορίζει ο νόμος, εφόσον δεν έχει λογιστικό ενεργητικό. Φαντασθείτε την έκπληξή του όταν το πληροφορηθεί μετά από μια καταστροφική ζημιά.
Το πρόβλημα αυτό είναι τεράστιο στις επιχειρήσεις που έχουν μηχανήματα μεγαλύτερης ηλικίας από το λογιστικό χρόνο απόσβεσης και οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής βιομηχανίας. Το ίδιο πρόβλημα, σε μικρότερο βαθμό, απαντάται στα κτήρια που έχουν μεγαλύτερο χρόνο απόσβεσης, ενώ στα εμπορεύματα το πρόβλημα είναι αμελητέο, καθώς συνήθως στον ισολογισμό καταχωρίζονται με τη λογιστική τους αξία, που ταυτίζεται με την πραγματική.
Ένα άλλο περίεργο σημείο του νόμου είναι ο καθορισμός του ποσοστού 70% της ασφάλισης του ενεργητικού ως νόμιμου για την αποφυγή των σχετικών προστίμων, ως εάν με την αποζημίωση του 70% της οποιασδήποτε ζημίας, μικρής ή μεγάλης, η ασφαλιζόμενη επιχείρηση δεν θα αναζητούσε εξ ιδίων μέσων το υπόλοιπο 30%, για να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη. Ας αναλογισθούμε τι σημαίνει σε χρήματα το 30% μιας μεγάλης ζημίας. Είναι πραγματικά πρωτότυπη η επισημοποίηση της μερικής νομιμότητας.
Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η αξία του σωστού ασφαλιστικού συμβούλου, ο οποίος πρέπει να υποστηρίζει τις ανασφάλιστες επιχειρήσεις, οι οποίες με τον φόβο του προστίμου θα σπεύσουν να ζητήσουν την ελάχιστη δυνατή κάλυψη, χωρίς να γνωρίζουν τις παγίδες που προαναφέραμε. Προκειμένου, όμως, ο σύμβουλος να παρέχει ορθές συμβουλές, πρέπει να έχει τη δέουσα κατάρτιση του υπολογισμού των πραγματικών αξιών μηχανημάτων και εξοπλισμού, αλλά και κτηρίων της ασφαλιζόμενης επιχείρησης, γνώση που αποκτάται από την εμπειρία, τη λογιστική εξάσκηση, την παρακολούθηση των παγκοσμίων δεικτών χρόνου ζωής μηχανημάτων, τον χρόνο λειτουργίας παρεμφερών μηχανημάτων στην αγορά κ.λπ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ασφαλιστικός σύμβουλος πρέπει, ανεξαρτήτως των ασαφών διατάξεων του νόμου, να φροντίζει για την πλήρη και ουσιαστική κάλυψη των πελατών του, διαχρονικά και με τακτικές επανεξετάσεις, τόσο των ασφαλιζομένων αξιών, όσο και των ασφαλισμένων αντικειμένων.
Συνοψίζοντας, διερωτώμεθα σήμερα, έναν σχεδόν χρόνο από τη δημοσίευση του νόμου 5116/2024, κατά πόσον έχει γίνει ποτέ οποιοσδήποτε έλεγχος της εφαρμογής του, που θα απαιτούσε και ελεγκτές ανάλογης κατάρτισης.
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News

