Άρθρα

Σύμβαση μεταξύ Μεσίτη Ασφαλίσεων & Ασφαλιστικής Επιχείρησης

Πότε ο μεσίτης μπορεί να συνάψει σύμβαση με ασφαλιστική επιχείρηση;

Πότε η ασφαλιστική επιχείρηση είναι συνυπεύθυνη για τις πράξεις του μεσίτη;

Tου Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορα Νομικής – M.T.E.Y.
(e-mail: [email protected]) – Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 7 του ν. 1569/851, ο μεσίτης ασφαλίσεων θεωρείται από άποψη νομική ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητής. Η ανεξαρτησία αυτή λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού της δραστηριότητάς του, ως εντολοδόχου του πελάτη του, ο οποίος επιθυμεί να λάβει τις υπηρεσίες του.

Παρά τη συμβατική σχέση με τον πελάτη, δεν αποκλείεται ο μεσίτης να συνάψει σύμβαση με ασφαλιστική επιχείρηση, με σκοπό να ορίσει κάποιους από τους όρους της συνεργασίας του.

Όμως, το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, εφόσον παρέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να δίνει οδηγίες σε σχέση με το έργο του, τις οποίες υποχρεούται από τη σύμβαση ο μεσίτης να τηρεί, είναι ενδεχόμενο να προκύπτει σχέση πρόστησης, η οποία καθιστά την ασφαλιστική επιχείρηση συνυπεύθυνη για τις πράξεις του μεσίτη.

Επί του σημαντικού αυτού νομικού ζητήματος παρατίθεται μικρό απόσπασμα από τη δημοσιευμένη απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1329/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(…) Από τα ανωτέρω προκύπτει εμφανώς, ότι δυνάμει της σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου μεταξύ της 2ης και της 3ης εναγομένης, η τελευταία υπάκουε έστω και σε ένα πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης στις σχετικές εντολές και οδηγίες της 2ης εναγομένης, εργαζόμενη για λογαριασμό της και σύμφωνα με τον σκοπό της μεταξύ τους υπάρχουσας σχέσης, η δε δραστηριότητά της εντασσόταν και ενέπιπτε στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της μεσιτείας ασφαλίσεων της 2ης εναγομένης.

Υφίσταται επομένως σχέση πρόστησης μεταξύ αυτών (2ης και 3ης εναγομένης) και για την αδικοπραξία, που τέλεσε η τρίτη προστηθείσα εναγομένη, ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος και η δεύτερη προστήσασα εναγομένη, που ως προστήσασα έχει αντικειμενική ευθύνη.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και της δεύτερης εναγομένης, μεσίτη ασφαλίσεων, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρχε σχέση πρόστησης και απέρριψε την κατ’ αυτής αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος.

Όμως, τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, αποδίδουν αφενός μεν ότι, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία … υπήρχε σύμβαση μεσιτείας, αφετέρου δε ότι κατά τη λειτουργία αυτής της σύμβασης, για την εκτέλεση των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων, η μεσιτική εταιρεία δεύτερη εναγομένη παρείχε διαρκώς υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης της αναιρεσίβλητης και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτής, ενεργώντας στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, εποπτείας και γενικών οδηγιών αυτής, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης σχετικά με τους όρους λειτουργίας της σύμβασης, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής, τα χρησιμοποιούμενα έντυπα, την απαίτηση για προσυπογραφή από τη μεσιτική εταιρεία της αίτησης προς ασφάλιση, την έκδοση πιστοποιητικών ασφάλισης με βάση τους συμφωνηθέντες όρους, την αποδοχή αναγγελίας τυχόν ασφαλισμένης ζημίας, την τήρηση προθεσμιών, την είσπραξη των ασφαλίστρων με την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, υποχρεώσεις στις οποίες όφειλε να συμμορφώνεται η μεσιτική εταιρεία, την παρακράτηση από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος να δίνει στη μεσιτική εταιρεία την άδεια ή την έγγραφη συναίνεση ώστε να προβαίνει σε διακανονισμό ζημιών για ασφαλιστήρια που έχουν εκδοθεί με τη μεσολάβηση αυτής ή να προβαίνει σε κατάρτιση συμφωνίας ή δικαιοπραξίας ή έστω απλής υπόσχεσης, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να δημιουργήσει υποχρεώσεις στην αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, αυτά τα πραγματικά περιστατικά προσδίδουν στη δεύτερη εναγομένη μεσιτική εταιρεία την ιδιότητα της προστηθείσας από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική επιχείρηση και κατ’ ακολουθία στηρίζουν την αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της προστηθείσας ή των χρησιμοποιηθέντων για την εκτέλεση της δραστηριότητας υποπροστηθέντων.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που εξέτασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου του άρθρου 922 ΑΚ, τον οποίο δεν εφάρμοσε, μολονότι αυτά ήταν αρκετά για την εφαρμογή του.

Έτσι, όμως, που έκρινε υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και βασίμως μέμφεται την ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων, με το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν (…).


1) Πριν την κατάργησή του από τον πρόσφατο ν. 4583/2018 για την ασφαλιστική διανομή.

 

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας