Εάν η ιστορία είναι οδηγός, η παγκόσμια ανθεκτικότητα στην υγεία είναι πιθανό να επιδεινωθεί μετά την ύφεση που προκάλεσε ο Covid-19 υποστηρίζει η Swiss Re, επισημαίνοντας ότι η πανδημία δημιουργεί στα νοικοκυριά οικονομικό άγχος, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες αγορές. Αυτό αναμένεται να αυξήσει το παγκόσμιο κενό προστασίας της υγείας πολύ πιο πάνω από το ήδη υψηλό κενό των $588 δις του 2019.

Στο πρόσφατο Economic Insights του Swiss Re Institute τονίζεται, παράλληλα, ότι η αύξηση της ασφάλισης υγείας μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση αυτού του άγχους και στην αύξηση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας σε μελλοντικές κρίσεις.

Η κρίση Covid-19 έφερε στο προσκήνιο την παγκόσμια ανθεκτικότητα στην υγεία. Οι ειδικοί της Swiss Re αναμένουν ότι ο ετήσιος δείκτης ανθεκτικότητας στην υγεία (Swiss Re Institute Health Resilience Index / Health I-RI) θα εξασθενήσει το 2020, καθώς η μείωση των εισοδημάτων και τα υψηλά έξοδα υγειονομικής περίθαλψης αυξάνουν την έκθεση των νοικοκυριών σε αγχωτικές δαπάνες για την υγεία.1

Αυτό πιθανότατα θα αυξήσει το παγκόσμιο κενό προστασίας στην υγεία –το έλλειμμα χρηματοδότησης για την κάλυψη των αναγκών υγειονομικής περίθαλψης των νοικοκυριών– πολύ πιο πάνω από το ήδη υψηλό κενό ύψους $588 δις του 2019. Η πανδημία υπογραμμίζει, σύμφωνα με τη Swiss Re, τη σημασία των υποδομών υγείας, που θα επιτρέψουν στις χώρες να αντιμετωπίσουν μια κρίση, αλλά και τον ρόλο της ασφάλισης στην ανακούφιση του οικονομικού άγχους.2

Καθώς ο Covid-19 προκάλεσε την οξύτερη και βαθύτερη παγκόσμια ύφεση στη σύγχρονη ιστορία, η Swiss Re αναμένει ότι το παγκόσμιο πραγματικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 4% φέτος, συρρίκνωση που είναι υπερδιπλάσια από εκείνη που προκλήθηκε το 2009 κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης (-1,8%).

Τα δεδομένα της Swiss Re δείχνουν ότι η οικονομική ύφεση πλήττει την ανθεκτικότητα στην υγεία. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2009, ο δείκτης Health I-RI ήταν 9,5 ποσοστιαίες μονάδες (ppt) κάτω στην αναδυόμενη Ευρώπη, 1,4 ppt χαμηλότερος στην προηγμένη Ευρώπη, ενώ στις αναπτυγμένες περιοχές της Ασίας-Ειρηνικού μειώθηκε κατά 1,3 ppt. Αυτό οφειλόταν κυρίως στο αυξανόμενο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης και στη γήρανση του πληθυσμού στις περισσότερες προηγμένες ασιατικές αγορές, και στους περιορισμένους κρατικούς προϋπολογισμούς στις ευρωπαϊκές χώρες. Ενώ η ανθεκτικότητα στην υγεία στη Λατινική Αμερική και τις αναδυόμενες περιοχές Ασίας-Ειρηνικού βελτιώθηκε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2009, ο ρυθμός βελτίωσης, επίσης, επιβραδύνθηκε.

Οι ειδικοί της Swiss Re αναμένουν ότι η ανθεκτικότητα στην υγεία των αναδυόμενων αγορών θα επηρεαστεί περισσότερο από την τρέχουσα κρίση, από όσο εκείνη των προηγμένων οικονομιών, λόγω των πιο αδύναμων υποδομών υγείας και της χαμηλότερης θέσης τους στον δείκτη ανθεκτικότητας. Ο μέσος όρος του δείκτη Health IR-I στις αναδυόμενες αγορές ήταν, το 2019, 80,6%, 16 ποσοστιαίες μονάδες (ppt) χαμηλότερος από τον μέσο όρο 97% των προηγμένων οικονομιών. Κατά περιφέρεια, τώρα, η Βόρεια Αμερική ήταν η πιο ανθεκτική παγκοσμίως, με τον Health I-RI στο 97,4 %, ενώ οι αναδυόμενες περιοχές της Ασίας-Ειρηνικού ήταν οι λιγότερο ανθεκτικές με βαθμολογία 75,9%. Η ανθεκτικότητα στην υγεία μειώθηκε ελαφρά, το 2019, σε όλες τις περιοχές εκτός από τη Βόρεια Αμερική.

Οι παροχές των δημόσιων συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης και των συστημάτων ασφάλισης έχουν σημασία. Όσο λιγότερη προστασία διατίθεται από κυβερνήσεις και ιδιωτικά συστήματα ασφάλισης, τόσο πιο εκτεθειμένο (ή λιγότερο ανθεκτικό) είναι ένα νοικοκυριό σε δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη που του προκαλούν οικονομικό άγχος. Οι αναδυόμενες αγορές αντιπροσώπευαν το 65% του παγκόσμιου κενού προστασίας στην υγεία το 2019. Οι αναδυόμενες χώρες της Ασίας-Ειρηνικού μόνο αντιπροσώπευαν το 41% του συνολικού παγκόσμιου κενού.

Τα νοικοκυριά τείνουν να είναι πιο ευάλωτα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στην υγεία, όταν οι out-of-pocket δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη είναι υψηλές. Αυτό επηρεάζει δυσανάλογα τις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου οι out-of-pocket δαπάνες αντιπροσωπεύουν συνήθως περισσότερο από το 40% του συνόλου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης των νοικοκυριών, σε σύγκριση με μόνο το 24% στις προηγμένες οικονομίες.3 Τα νοικοκυριά με χαμηλότερη ανθεκτικότητα μπορεί να αναγκαστούν να πουλήσουν σημαντικά περιουσιακά τους στοιχεία, να θέσουν σε αναστολή την αποταμίευση για σύνταξη, να επιβαρύνουν την υγεία τους ή να παραιτηθούν από την εκπαίδευση (μεταξύ άλλων), για να αντιμετωπίσουν αυτές τις έκτακτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης.

Οι ασφαλιστές αποτελούν βασικό παράγοντα στο οικοσύστημα υγειονομικής περίθαλψης και πολλές κυβερνήσεις αναγνωρίζουν τον ρόλο που διαδραματίζει ένας ισχυρός ιδιωτικός τομέας ασφάλισης υγείας στην αντιμετώπιση του κενού προστασίας στην υγεία. Η παραδοσιακή εξάρτηση από τους δημόσιους προϋπολογισμούς και τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών για τη χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης θα γίνει όλο και πιο δύσκολη, δεδομένης της αυξανόμενης ανησυχίας για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, του υψηλότερου κόστους θεραπείας, της μεγαλύτερης συχνότητας εμφάνισης χρόνιων ασθενειών και της αύξησης των προσδοκιών των καταναλωτών.

Το κλείσιμο του κενού προστασίας στην υγεία απαιτεί την προσέγγιση πολλών ενδιαφερόμενων μερών, που περιλαμβάνει ασφαλιστές, κυβερνήσεις, υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, παρόχους υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας. Αυτοί μπορούν να διερευνήσουν νέες συνεργασίες που θα μεγιστοποιήσουν την αποτελεσματικότητα, μοιράζοντας τους κινδύνους υγειονομικής περίθαλψης, υποστηρίζοντας, παράλληλα, την ανάπτυξη της αγοράς με λύσεις που προσφέρουν αξία και επιλογές στους καταναλωτές.

Το κενό προστασίας στην υγεία αποτελεί παγκόσμια ευκαιρία για τους ασφαλιστές, αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ετήσια ασφάλιστρα. Είναι επίσης μια ευκαιρία για καινοτομία. Τα ασφαλιστικά προϊόντα που είναι προσαρμοσμένα στις τοπικές αγορές μπορούν να προσφέρουν οικονομικά αποδοτικές, πελατοκεντρικές και τεχνολογικά υποστηριζόμενες λύσεις υγειονομικής περίθαλψης, που βελτιώνουν την πρόσβαση των πολιτών σε αυτή. Εκτός από τη βελτίωση της υγείας των ασφαλισμένων, αυτές οι υπηρεσίες επιτρέπουν στους ασφαλιστές να διαφοροποιηθούν.

Ο Covid-19 επιταχύνει, επίσης, τις αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, ιδίως ως προς την ψηφιοποίηση. Η έρευνα της Swiss Re για τον Covid-19, τον Απρίλιο, διαπίστωσε ότι οι καταναλωτές ενδιαφέρονται για υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας και οι περισσότεροι ερωτηθέντες τάχθηκαν υπέρ της πλήρους διαδικτυακής επεξεργασίας των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.4 Τέλος, επενδύοντας στις δυνατότητες των Big Data, οι ασφαλιστές μπορούν να βελτιώσουν το underwriting και να βοηθήσουν τους καταναλωτές να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις. Όλα αυτά μαζί μπορούν να αυξήσουν την ανθεκτικότητα της κοινωνίας σε μελλοντικές κρίσεις, όπως οι πανδημίες, εκτιμά η Swiss Re.


1 Ο δείκτης ανθεκτικότητας στην υγεία SRI (SRI Health Resilience Index) κυμαίνεται από 0-100%. Όσο υψηλότερη είναι η βαθμολογία, τόσο μεγαλύτερη η ανθεκτικότητα. Sigma Resilience Index 2020: global resilience put to the pandemic test, Swiss Re, August 2020.

2 Ως υποδομή υγείας ορίζεται το φυσικό κεφάλαιο που σχετίζεται με την υγεία (νοσοκομεία, δίκτυα διανομής, συστήματα πληροφορικής) και το ανθρώπινο κεφάλαιο (γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό).

3 Global Spending on Health: A World in Transition, WHO, 2019. Ο ΠΟΥ ορίζει ως καταστροφικές δαπάνες για την υγεία τις out-of-pocket πληρωμές που κυμαίνονται από 10% έως 25% της συνολικής κατανάλωσης ή του εισοδήματος των νοικοκυριών.

4 Swiss Re Covid-19 Consumer Survey: Financial anxiety, demand for insurance products accelerates across APAC, Swiss Re, April 2020.