Γιατί οι ενδιαφερόμενοι δυσκολεύονται να διαλέξουν ασφαλιστήριο υγείας;
Γιατί οι περισσότεροι κάνουν τη λάθος επιλογή;
Πώς εξηγείται η στάση τους, σύμφωνα με τα συμπεριφορικά οικονομικά, και ποιοι συμπεριφορικοί παράγοντες παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στις αποφάσεις τους;
Μπορούν οι ασφαλιστικές εταιρείες να διαχειριστούν τη μη ορθολογική συμπεριφορά των καταναλωτών;

Πάνος Ξένος

| Του Παναγιώτη Ξένου, Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Πειραιώς* |

(…) Η πρώτη ερώτηση που πρέπει να απαντήσουμε για να εισαχθούμε στην έννοια των συμπεριφορικών οικονομικών είναι η εξής: «Είμαστε ορθολογικοί;» ή, αλλιώς, «Oι επιλογές που κάνουμε είναι ορθολογικές;».

Τα συμπεριφορικά οικονομικά αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία. Aποτελούν έναν ιδιαίτερο και ανερχόμενο κλάδο της οικονομικής επιστήμης και μέρος των πειραματικών οικονομικών (experimental economics), και στόχο έχουν να εξετάσουν τις επιλογές που πραγματοποιούν τα άτομα γύρω από οικονομικές αποφάσεις, προκειμένου να διερευνηθεί η ισχύς των μοντέλων ορθολογικών επιλογών που χρησιμοποιεί η κλασική οικονομική θεωρία. Τα συμπεριφορικά οικονομικά παρέχουν νέα σημαντικά εργαλεία, συνδυάζοντας την οικονομική επιστήμη και την επιστήμη της ψυχολογίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι μελέτες των Paul Dollan (University of York) καθώς και του Richard Thaler (University of Chicago).

Η διαδικασία λήψεως των αποφάσεων, σύμφωνα με την ψυχολογία, έχει δύο βασικές κατηγορίες: Πρώτον, τις άμεσες αποφάσεις, βάσει της διαίσθησης, των συναισθημάτων, των συνηθειών, των προκαταλήψεων, που λειτουργούν έξω από το συνειδησιακό πλαίσιο, εντελώς αυτόματα. Και, δεύτερον, τις αργές αποφάσεις, που προέρχονται ύστερα από συνειδητή σκέψη, ορθολογισμό, και που ενδεχομένως διορθώνουν τις αποφάσεις του πρώτου σταδίου. Τα συμπεριφορικά οικονομικά αναθεώρησαν την κλασική παραδοχή περί ορθολογισμού της συμπεριφοράς των καταναλωτών και αντικατέστησαν τη λογική με την ψυχολογία. Δηλαδή, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη διάφορους ψυχολογικούς παράγοντες για να εκτιμήσουμε το πώς ένα άτομο συμπεριφέρεται, και όχι τις τέλειες παραδοχές ότι ο καταναλωτής είναι παντογνώστης, σχεδόν θεός, και έχει όλες τις πληροφορίες πριν λάβει τις αποφάσεις του.

Γνωρίζουμε ότι οι ασφαλιστικές αγορές, με βάση την οικονομική θεωρία, είναι ατελείς, επειδή ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα σχετικά με την πληροφόρηση τόσο των φορέων ασφάλισης όσο και των αγοραστών ασφαλιστικών προϊόντων. Στις ασφαλιστικές αγορές υγείας, καθώς και σε άλλες αγορές, το πρόβλημα επιτείνεται, καθώς αναπτύσσονται, για παράδειγμα, τριγωνικές σχέσεις: ασφαλισμένων, ασφαλιστικών φορέων και παρόχων υπηρεσιών υγείας.

Όσον αφορά τους αγοραστές, το κυριότερο πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης, που θα ήταν αναγκαία προκειμένου να κατανοήσουν πλήρως τις υπηρεσίες που τους παρέχονται, ώστε να προβούν στην αγορά τους, ή σε σχέση με το αν και σε ποιον βαθμό ο φορέας ασφάλισης που επέλεξαν θα εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Η περιπλοκότητα των όρων και των διατάξεων των συμβολαίων αλλά και οι νόμοι που τους διέπουν περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τους πιθανούς αγοραστές ασφαλιστικών προϊόντων.

Τι δυσκολεύει τους αγοραστές να κάνουν την ορθότερη επιλογή;

Ας δούμε τους κυριότερους λόγους που δυσκολεύουν τους ενδιαφερόμενους αγοραστές ασφαλιστηρίων υγείας να καταλήξουν σε μια ορθότερη επιλογή. Πρώτα θα δούμε την κλασική προσέγγιση και μετά τα συμπεριφορικα δεδομένα που επηρεάζουν τις αποφάσεις των καταναλωτών.

Η ασφάλιση γενικά και συγκεκριμένα η ασφάλιση υγείας είναι ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο. Οι δύο βασικές λειτουργίες του είναι η μείωση των οικονομικών συνεπειών του κινδύνου της ασθένειας ή του ατυχήματος και η διαπραγμάτευση των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών υγείας. Εάν κοιτάξουμε το μέσο σημείο της κατανομής των δαπανών υγείας στη χώρα μας, στο μέσο της καμπύλης θα δούμε ότι οι δαπάνες υγείας είναι ελάχιστες, ενώ κοιτώντας προς τα δεξιά οι δαπάνες αυξάνουν εκθετικά. Δηλαδή, το μεγαλύτερο ποσοστό των δαπανών υγείας αντιστοιχεί σε ένα πολύ μικρό ποσοστό πολιτών, οι οποίοι επιβαρύνονται με ένα πολύ μεγάλο κόστος υγείας, το οποίο χαρακτηρίζεται ως καταστροφικό για έναν ατομικό και οικογενειακό προϋπολογισμό (δηλαδή, μιλάμε για ποσά άνω των 5.000 ευρώ). Για να καλυφθούν αυτά τα ποσά, πρέπει να υπάρχει επαρκής ασφάλιση υγείας.

Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνήθως το 10% των πολιτών αργούν ή αναβάλλουν την ιατρική περίθαλψη λόγω αδυναμίας πληρωμής ενός μεγάλου κόστους. Το 45% των πολιτών δεν μπορούν να πληρώσουν ένα κόστος 500 ευρώ ιατρικών δαπανών. Το 26% έχουν αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα από ιατρικές δαπάνες και το 7% των πολιτών έχουν δηλώσει ότι χρεοκόπησε ο ατομικός τους προϋπολογισμός.

Πώς βοηθάει η ασφάλιση να αντιμετωπίσουμε τα παραπάνω προβλήματα;

Όταν αναφερόμαστε στη διαπραγμάτευση των τιμών, ως άτομα έχουμε πολύ μικρή δύναμη να διαπραγματευτούμε τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών υγείας, την επίσκεψη σε έναν γιατρό ή σε ένα νοσοκομείο. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι ακριβείς τιμές, έχουμε έλλειμμα πληροφόρησης. Επίσης, τη στιγμή που θα συμβεί ο κίνδυνος, π.χ. όταν σπάσουμε το πόδι μας, δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, να ψάξουμε τη φθηνότερη και ποιοτικότερη επιλογή. Ενώ οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν περισσότερη δύναμη να διαπραγματευτούν τις τιμές, ξέρουν εκ των προτέρων το ύψος των δαπανών για συγκεκριμένες υπηρεσίες υγείας και δεν επηρεάζονται από την πίεση του χρόνου, εφόσον όλα αυτά έχουν γίνει a priori.

Εάν θέλουμε να δούμε πώς οι ασφαλισμένοι σκέφτονται να επιλέξουν ασφάλιση υγείας, η μία προσέγγιση θα ήταν να μειώσουν το κόστος, δηλαδή να βρουν το ασφαλιστήριο με το χαμηλότερο ασφάλιστρο από τα διαθέσιμα. Η άλλη προσέγγιση θα ήταν να μειώσουν τις οικονομικές συνέπειες του κινδύνου της νοσηρότητας, δηλαδή να βρουν το ασφαλιστήριο που προστατεύει καλύτερα από τις πιθανές υψηλές δαπάνες υγείας. Η τρίτη λύση, η οποία και προκρίνεται, θα ήταν να μεγιστοποιηθεί η «αναμενόμενη χρησιμότητα», δηλαδή να επιλεγεί το ασφαλιστήριο με την καλύτερη σχέση κόστους – οφέλους, δηλαδή την καλύτερη σχέση μεταξύ κόστους και καλύτερης προστασίας έναντι του κινδύνου.

Η «αναμενόμενη χρησιμότητα» & το «βέβαιο ισοδύναμο» ενός ασφαλιστηρίου υγείας

Παραπάνω είπαμε ότι η «χρησιμότητα» ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας είναι μια έννοια της οικονομικής επιστήμης που εκφράζει τη δυνατότητα που έχει να ικανοποιήσει μια ανθρώπινη ανάγκη, δηλαδή να προσφέρει ικανοποίηση στον χρήστη του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενός ασφαλιστικού προϊόντος υγείας, η «αναμενόμενη χρησιμότητα» σχετίζεται με την έννοια της προστασίας από τον κίνδυνο. Όταν οι οικονομικές συνέπειες ενός κινδύνου είναι αβέβαιες, η αναμενόμενη χρησιμότητα είναι η πιθανότητα των διαφορετικών συνεπειών και το κατά πόσον θα ικανοποιήσει το ασφαλιστικό αυτό προϊόν τις ανάγκες μας.

Εδώ θα παρατηρήσουμε ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετική αντίληψη και στάση έναντι του κινδύνου. Κάθε άνθρωπος ορίζει διαφορετικά το ανεκτό επίπεδο κινδύνου που δέχεται να αναλάβει. Για παράδειγμα, έστω ότι η συνδρομητική σας εταιρεία σας δώσει την επιλογή να τζογάρετε (να παίξετε κορόνα γράμματα) την πληρωμή του λογαριασμού σας, έχοντας τις ακόλουθες επιλογές: Α. κορώνα: Να πληρώσετε 100 ευρώ / γράμματα: Να έχετε δωρεάν συνδρομητική τηλεόραση, και Β. Δεν τζογάρετε και η επιλογή είναι να πληρώσετε 50 ευρώ. Η αναμενόμενη τιμή και των δύο παραπάνω περιπτώσεων είναι ίδια, δηλαδή 50 ευρώ.

Το ερώτημα είναι ποια θα είναι η τιμή που θα χρεώσει η εταιρεία στη δεύτερη επιλογή, για να επιλέξει κάποιος την πρώτη επιλογή και να τζογάρει την πληρωμή της συνδρομής του.

Ένα άτομο που έχει την τάση να αποφεύγει τον κίνδυνο θα προτιμήσει τη δεύτερη επιλογή. Από την άλλη, ένα άτομο που αγαπά τον κίνδυνο θα επιλέξει να τζογάρει την πληρωμή της συνδρομής του, ακόμα και αν το ποσό που θα πλήρωνε στη δεύτερη επιλογή ήταν μικρότερο και από 50 ευρώ. Ένα άτομο που αποστρέφεται τον κίνδυνο θα επέλεγε τη δεύτερη επιλογή, ακόμα και αν ήταν να πληρώσει παραπάνω από 50 ευρώ.

Όταν ερχόμαστε στο παράδειγμα της αγοράς ενός ασφαλιστηρίου υγείας, το ερώτημα είναι σε τι βαθμό κάποιος αποστρέφεται τον κίνδυνο. Το ποσό που θα ξοδέψει κάποιος για την επιλογή Β πριν διαλέξει την επιλογή Α ονομάζεται «βέβαιο ισοδύναμο». Η αρχή του βέβαιου ισοδυνάμου ορίζει ότι για κάθε αβέβαιη προοπτική υπάρχει μια αξία (το βέβαιο ισοδύναμο), έτσι ώστε ο αγοραστής/επενδυτής να είναι αδιάφορος μεταξύ της αβέβαιης προοπτικής και του βέβαιου ισοδυνάμου. Δηλαδή, εάν πρότειναν σε κάποιον να πληρώσει 51 ευρώ για την επιλογή Β, τότε αυτός ενδεχομένως να έλεγε… οκ θα διαλέξω την επιλογή Α. Ή, αλλιώς, αυτό είναι το ποσό που κάποιος θα πληρώσει για να αποφύγει τον κίνδυνο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για την ασφάλιση υγείας, διότι κατά μέσο όρο πληρώνουμε περισσότερο για την ασφάλιση υγείας, για να μπορέσουμε να μειώσουμε την έκθεση στον κίνδυνο.

Για την ακρίβεια, η ασφάλιση δεν θα υπήρχε εάν δεν είχαμε αποστροφή στον κίνδυνο. Η αποφυγή του κινδύνου είναι ο κύριος παράγοντας που οδηγεί την επιλογή ασφαλιστηρίου υγείας.

Πώς διαλέγουν τα ασφαλιστήρια υγείας οι ενδιαφερόμενοι;

Ποιος είναι, λοιπόν, ο τρόπος που οι αγοραστές διαλέγουν τα ασφαλιστήρια υγείας; Ποιοι είναι οι κύριοι λόγοι που αγοράζει κάποιος ένα ασφαλιστήριο υγείας;

Έχουν δείξει σχετικές έρευνες στο εξωτερικό ότι όταν κάποιος μεγαλώνει ηλικιακά, δηλαδή για τις γενιές των baby-boomers και τις αμέσως επόμενες γενιές, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η προστασία από τον κίνδυνο και η διατηρησιμότητα των παροχών των προηγούμενων συμβολαίων τους. Για τους νέους αγοραστές πρωτεύοντα ρόλο παίζει η χαμηλότερη τιμή του ασφαλίστρου, κοιτώντας παράλληλα το καλύτερο πακέτο παροχών.

Οι μεγαλύτεροι διαλέγουν ένα ασφαλιστήριο υγείας, όχι αναγκαστικά μόνο βάσει του ύψους του ασφαλίστρου, αλλά και του ποσοστού συμμετοχής στις δαπάνες υγείας. Επίσης, μπορεί να θέλουν να διαλέξουν συγκεκριμένη επιλογή παρόχων υγείας.

Κάποιοι ίσως θέλουν να συνεχίσουν να βλέπουν τον ίδιο συγκεκριμένο οικογενειακό γιατρό ή τον συγκεκριμένο ειδικευμένο γιατρό, εάν πάσχουν από συγκεκριμένη πάθηση.

Κάποιοι άλλοι, που δεν έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με τον γιατρό τους, ίσως θελήσουν να αλλάξουν ασφαλιστήριο υγείας.
Κάποιοι ίσως προτιμήσουν ασφαλιστήρια υγείας με πολλές επιλογές παρόχων υγείας.

Γιατί οι περισσότεροι κάνουν τη λάθος επιλογή;

Ανεξάρτητα από τους λόγους που διαλέγουν ένα ασφαλιστήριο υγείας, οι περισσότεροι αγοραστές κάνουν τη λάθος επιλογή, και θα δούμε συγκεκριμένα ορισμένους συμπεριφορικούς παράγοντες που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο. Ας δούμε πρώτα την επιλογή που έχουν να κάνουν. Ως οικονομολόγοι λέμε ότι λάθος επιλογή είναι το κόστος μιας μη βέλτιστης λύσης. Δηλαδή, ως «τα χρήματα που άφησε κάποιος στο τραπέζι» εξαιτίας μιας λάθος επιλογής, σε σχέση με τα χρήματα που θα έδινε για μια ορθή επιλογή.

Μια επιλογή είναι κυρίαρχη, όταν δεν υπάρχει κάποια άλλη εναλλακτική επιλογή με καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα. Και θα ρωτήσει κάποιος: Πού ξέρουμε το πραγματικό όφελος από την αγορά ενός τέτοιου προϊόντος; Για τις συγκρίσεις θεωρούμε με βάση τις πιθανότητες τη μέση αναμενόμενη αποζημίωση.

Έστω ότι έχουμε δύο διαφορετικά ασφαλιστήρια υγείας. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα ασφαλιστήριο υγείας με υψηλή αφαιρετέα απαλλαγή, στη δεύτερη έχουμε ένα ασφαλιστήριο με χαμηλή αφαιρετέα απαλλαγή. Ενώ τα μέγιστα ποσά που θα πληρώσουν από την τσέπη τους οι ασφαλισμένοι είναι χαμηλότερα στο δεύτερο ασφαλιστήριο.

Γιατί οι περισσότεροι αγοραστές κάνουν λάθος επιλογές; Έχουν ενεργή συμμετοχή στην επιλογή νέων ασφαλιστηρίων; Ή μήπως δεν έχουν και είναι παθητικοί δέκτες (π.χ. λόγω μίας μόνον επιλογής συνέχισης του παλαιού τους ασφαλιστηρίου);


Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αβέβαιες επιλογές, εστιάζουμε στην άμεση διαθέσιμη πληροφόρηση. Αυτό συνεπάγεται διάφορες εκδοχές. Πρώτον, δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε τα αβέβαια ενδεχόμενα και δίνουμε περισσότερο βάρος στην πιθανότητα παλαιότερες εμπειρίες μας να επαναληφθούν. Δεύτερον, υπερεκτιμούμε την πιθανότητα σπάνιων (αλλά εύκολων να τα σκεφτούμε) γεγονότων. Στην ασφάλιση υγείας, πολλοί αγοραστές υπερεκτιμούν την πιθανότητα να συμβούν εξαιρετικά υψηλές δαπάνες υγείας, όπως για παράδειγμα μια δαπανηρή νοσοκομειακή νοσηλεία.

Εάν πηγαίνατε στον γιατρό μία φορά για φέτος, ποια είναι η πιθανότητα να πάτε στον γιατρό ακριβώς μία φορά και την επόμενη χρονιά; Έστω ότι έχουμε ένα άτομο 45 ετών, που παίρνει μια θεραπεία για την υψηλή χοληστερίνη του, που επισκέφτηκε μία φορά έναν γιατρό της πρωτοβάθμιας περίθαλψης το περασμένο έτος και έναν εξειδικευμένο γιατρό το προηγούμενο έτος. Εάν εστιάσουμε στα ποσά που θα πληρώσει από την τσέπη του, στην πρώτη περίπτωση είναι 1.200 ευρώ, ενώ στη δεύτερη περίπτωση είναι πολύ λιγότερα, οπότε θα επιλέξει κάποιος τη δεύτερη περίπτωση, χωρίς να σκεφτεί όμως την πιθανότητα να συμβεί αυτό το σενάριο. Αν η πιθανότητα αυτή γνώριζε ότι είναι μόλις 2%, ίσως άλλαζε την επιλογή του.

Το άλλο μεγάλο πρόβλημα με την ασφάλιση υγείας είναι η μεγάλη πολυπλοκότητα στις επιλογές που έχει να κάνει κάποιος. Πρώτον, ποιος είναι ο αριθμός των επιλογών που είναι διαθέσιμες και, δεύτερον, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της κάθε επιλογής.

Ένα άλλο θέμα που προκύπτει είναι οι εναλλακτικές προτιμήσεις. Οι αγοραστές ενδέχεται να έχουν διαφορετικές προτιμήσεις σε σχέση με τους υπολογισμούς ενός βασικού υποδείγματος χρησιμότητας. Αυτό, ενδεχομένως, περικλείει την αποστροφή σε σχετικά μεγάλα ποσά αφαιρετέων απαλλαγών, την αποστροφή της πληρωμής των δαπανών κατευθείαν στους παρόχους υγείας τη στιγμή λήψης της υπηρεσίας υγείας ή τη δημιουργία ισχυρής επιθυμίας για πρόβλεψη του συνολικού ποσού δαπανών, κάτι το οποίο είναι απολύτως θεμιτό. Σύμφωνα με έρευνες, περίπου το 40% των αγοραστών επιλέγουν το ασφαλιστήριο υγείας σύμφωνα με την «καλύτερη κάλυψη» ή τα λιγότερα χρήματα που θα χρειαστεί να δώσουν από την τσέπη τους, ως τους κύριους λόγους επιλογής των ασφαλιστηρίων.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η άγνοια των βασικών ασφαλιστικών εννοιών, όπως η έννοια της αφαιρετέας απαλλαγής, της συνασφάλισης, των μέγιστων απευθείας πληρωμών από την τσέπη, κ.ά. Μόλις το 14% των αγοραστών γνωρίζουν τις βασικές ασφαλιστικές έννοιες.

Σχετικές έρευνες που έγιναν ανέδειξαν τα λάθη που γίνονται από τους αγοραστές, λόγω χρηματοοικονομικού αναλφαβητισμού.

Κάποια άλλα προβλήματα που δημιουργούνται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής: Η αδράνεια είναι μια σημαντική παράμετρος, σε σχέση με την επιλογή ασφαλιστηρίου υγείας. Όταν οι αγοραστές δεν είναι υποχρεωμένοι να κάνουν μια επιλογή, συνήθως δεν το πράττουν τελικώς. Περίπου το 92% των αγοραστών επιλέγουν το περσινό τους ασφαλιστήριο. Λόγοι που δεν γίνονται αλλαγές είναι η σχετική γραφειοκρατία, το άνοιγμα νέων λογαριασμών, η ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά του νέου ασφαλιστηρίου, και άλλες χρονοβόρες διαδικασίες που οι αγοραστές θέλουν να αποφύγουν. Συνήθως, οι αγοραστές υπερεκτιμούν το κόστος των επιπλέον χρονοβόρων διαδικασιών, χάνοντας την επιλογή να αγοράσουν ένα καλύτερο ασφαλιστήριο, βάσει των ατομικών τους αναγκών.

Επίσης, τα κόστη της έρευνας ενός καλύτερου ασφαλιστηρίου υγείας προδιαθέτουν αρνητικά. Το 63% βρίσκει δύσκολο και στρεσογόνο να διαλέξει διαφορετικές παροχές, ενώ το 83% ξοδεύει λιγότερο από μία ώρα για να κάνει σχετική έρευνα. Ένα ακόμη πρόβλημα είναι το γεγονός ότι οι αγοραστές μπορεί να καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν το σωστό ασφαλιστήριο, αλλά δεν νομίζουν ότι δικαιολογείται το κόστος αλλαγής του ασφαλιστηρίου τους.

Λάθη στις επιλογές συνεπάγονται υπέρ-ασφάλιση, δηλαδή περισσότερη ασφάλιση απ’ ό,τι χρειάζονται, δηλαδή συνολικά υψηλότερα ασφάλιστρα, μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον εργοδότη (σε ομαδικά ασφαλιστήρια), και υψηλότερο κόστος σε σχέση με τον αντίστοιχο ασφαλισμένο πληθυσμό. Εάν ορισμένοι αγοραστές δεν καταλαβαίνουν τις παροχές των ασφαλιστηρίων, τότε υποεκτιμούν το συνολικό πακέτο αποδοχών, εφόσον πρόκειται για ομαδική ασφάλιση.

Μπορούν να βοηθηθούν οι αγοραστές, για να κάνουν καλύτερες επιλογές;

Οι αγοραστές μπορούν να βοηθηθούν, ώστε να κάνουν καλύτερες επιλογές ασφαλιστηρίων υγείας:

  • Χρησιμοποιώντας στατιστικά εργαλεία επιλογής, που κάνουν χρήση των δεδομένων του κάθε ασφαλιστηρίου.
  • Απλοποιώντας τις διαθέσιμες επιλογές, για να διευκολυνθεί στην επιλογή του ο αγοραστής. Απλή σύγκριση των μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενός ασφαλιστηρίου, και σύγκριση των κυριότερων βασικών χρηματοοικονομικών στοιχείων ενός ασφαλιστηρίου.
  • Δεχόμενοι κάποιου είδους σχετικές εκπαιδευτικές συμβουλές.
  • Χρησιμοποιώντας κάποιες συμπεριφορικές ερωτήσεις, για να εκτιμήσουμε τη στάση που έχει κάποιος απέναντι στον κίνδυνο, όπως για παράδειγμα: Πόσο προετοιμασμένοι είστε για κάποιες απροσδόκητες δαπάνες υγείας; Θα μπορέσετε να πληρώσετε μια υψηλή αφαιρετέα απαλλαγή;

Τα συστήματα υγείας παγκοσμίως δημιουργούν συνθήκες ανταγωνισμού, τόσο στην πλευρά της ζήτησης των υπηρεσιών υγείας, όπως αυτή εκφράζεται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους υπόλοιπους ασφαλιστικούς οργανισμούς, όσο και στην πλευρά της προσφοράς, όπως αυτή εκφράζεται από τους παρόχους υγείας. Βασική προϋπόθεση είναι να μπορεί ο καταναλωτής να κάνει τις σωστές επιλογές.

Βάσει των συμπεριφορικών οικονομικών, τα οποία θεωρούνται μέρος της πειραματικής οικονομικής επιστήμης, προσπαθούμε να εξηγήσουμε τις επιλογές των αγοραστών ασφαλιστηρίων υγείας που ξεκινούν να αγοράσουν για πρώτη φορά ένα ασφαλιστήριο, καθώς και τις επιλογές εκείνων που θέλουν να αλλάξουν ασφαλιστήριο στο μέλλον.

Διεθνείς έρευνες που έχουν ως μεθοδολογία σύγκρισης μεταξύ διαφορετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων την εκτίμηση της ακριβούς αξίας ενός ασφαλιστικού συμβολαίου μέσω της σχέσεως κόστους/οφέλους, έδειξαν ότι οι ασφαλισμένοι πληρώνουν έως και 300 ευρώ τον χρόνο παραπάνω. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι αγοραστές που συνέχισαν στα ίδια προϊόντα θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει ασφαλιστήριο μειώνοντας έως και 20% το κόστος ασφάλισής τους.

Τα παραπάνω αποτελέσματα οφείλονται στον ψυχολογικό παράγοντα. Μόλις αντιληφθούμε ότι ο καταναλωτής δεν σκέφτεται ορθολογικά, είμαστε σε καλύτερη θέση να τον εξυπηρετήσουμε. Εδώ, βέβαια, ανοίγεται και ένα πεδίο δόξης λαμπρό για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, να βρουν τρόπους να διαχειριστούν τη μη ορθολογική συμπεριφορά των καταναλωτών, δίνοντας τα απαραίτητα κίνητρα στους αγοραστές, στους ασφαλισμένους και ανάλογα εργαλεία στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές.

Βιβλιογραφία

  • Anron Thomas (2016) the efficacy of nudge theory strategies in influencing adult dietary behavior: a systematic review and meta-analysis BMC public health.
  • Bhargava, Loewenstein, Sydnor, Choose to Lose: Health Plan Choices from a Menu with Dominated Option, The Quarterly Journal of Economics, Volume 132, Issue 3, August 2017, Pages 1319–1372.
  • Dolan, Paul, et al. “Influencing behaviour: The mindspace way.” Journal of Economic Psychology 33.1 (2012): 264-277.
  • Handel, Benjamin R. 2013. “Adverse Selection and Inertia in Health Insurance Markets: When Nudging Hurts.” American Economic Review, 103 (7): 2643-82.
  • Ho, Hogan, and Scott Morton (2017) The impact of consumer inattention on insurer pricing in the Medicare Part D program. The RAND Journal of Economics 48, 4
  • Johnson, Goldstein. Do defaults save lives ? Science 302 1338-1339
  • Kolstad & Handel (2013) Health Insurance for “Humans”: Information Frictions, Plan Choice, and Consumer Welfare. NBER
  • Li, X. Quality information disclosure and health insurance demand: evidence from VA hospital report cards. Int J Health Econ Manag. 20, 177–199 (2020)
  • Thaler, R. H. 2015. Misbehaving: The Making of Behavioral Economics. New York: W. W. Norton.

*Απόσπασμα από την ομιλία του κ. Ξένου στο Webinar που συνδιοργάνωσαν Ε.Ε.Α. & ΠΑ.ΠΕΙ. στις 2 Ιουνίου 2021.
Το θέμα της ομιλίας ήταν: «Ασφάλιση και Συμπεριφορά Καταναλωτή: Μια σύγχρονη Οικονομική Προσέγγιση».


Ακολουθήστε την Ασφαλιστική Αγορά στο Google News

Προηγούμενο άρθροΑνασφάλιστο το 75% των αναμενόμενων ζημιών από φυσικές καταστροφές
Επόμενο άρθροΕξασφαλίζοντας στους Ευρωπαίους επαρκείς Συντάξεις