Για τη διαχείριση των Συντάξεων (μόνο;) από τις ασφαλιστικές εταιρείες…

202

Πολύ ορθά κατά τη γνώμη μας υπάρχει προβληματισμός και δεύτερες σκέψεις μετά τις τοποθετήσεις του κ. Μητσοτάκη και του κ. Στουρνάρα σχετικά με τη λειτουργία του δεύτερου πυλώνα στο ασφαλιστικό και τη συμμετοχή των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών σε αυτόν.

Πολύ ορθά, γιατί πρόκειται για ένα σημαντικό και πολύ ευαίσθητο ζήτημα. Ο δεύτερος πυλώνας, που όπως υποστήριξε ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να είναι υποχρεωτικός και κεφαλαιοποιητικός, θα πρέπει επίσης να λειτουργήσει με όρους και προϋποθέσεις που θα εμπνεύσουν εμπιστοσύνη ως προς την επάρκεια και τη φερεγγυότητα των φορέων που θα τον διαχειριστούν.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα πρέπει και δεν μπορούν στο σύνολό τους και όλες ανεξαιρέτως να διεκδικούν αποκλειστικότητα στη διαχείριση των επαγγελματικών ταμείων συντάξεων. Για να συμπράξουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στη διαχείριση των αποθεματικών του 2ου πυλώνα πρέπει να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια, προκειμένου να γίνουν ανταγωνιστικές προς τα Αμοιβαία Κεφάλαια και τους Asset Managers. Αυτό το αποδέχονται οι ασφαλιστές και γι’ αυτό ουδέποτε διεκδίκησαν αποκλειστικότητα. Εάν οι ασφαλιστικές εταιρείες θέλουν να συμμετάσχουν σε σχήματα σύμπραξης με τον δημόσιο τομέα, θα πρέπει να επιταχύνουν την προσπάθεια εσωτερικής αναδιοργάνωσης και ψηφιοποίησης, ούτως ώστε να βελτιώσουν την διαφάνεια αλλά και την ποιότητα των υπηρεσιών τους και, κυρίως, να μειώσουν το λειτουργικό κόστος στα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει σε άρθρο του στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» ο καθηγητής Μιλτιάδης Νεκτάριος:

(…) Στην οργάνωση και λειτουργία των συστημάτων συντάξεων του 2ου Πυλώνα υπάρχουν τρία καίρια θέματα που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή: (α) το κόστος διαχείρισης των αποθεματικών, (β) η διαχείριση των επενδυτικών κινδύνων, και (γ) ο τρόπος και ο τόπος της επένδυσης των αποθεματικών.

Στο πρώτο θέμα είναι γνωστό ότι μια ετήσια επιβάρυνση του κόστους λειτουργίας κατά 1% μειώνει τη συσσώρευση κεφαλαίου κατά 20% στη διάρκεια μιας εργασιακής ζωής. Οι διεθνείς συγκριτικές αναλύσεις δείχνουν ότι τα κόστη διαχείρισης στις λιανικές αγορές κεφαλαίων κυμαίνονται μεταξύ 0.8% και 1.5% των αποθεματικών του συστήματος. Για τις αγορές των θεσμικών φορέων (μεγάλα ταμεία συντάξεων που συγκεντρώνουν τα αποθεματικά και διαπραγματεύονται σε ομαδική βάση με τους διαχειριστές κεφαλαίων) το κόστος λειτουργίας μειώνεται στο 0.5% των αποθεματικών. Αυτά τα δεδομένα συνεπάγονται ότι ενώ στην πρώτη περίπτωση η παροχή μειώνεται κατά 15-30%, στη δεύτερη περίπτωση η μείωση περιορίζεται σε λιγότερο από 10%. Αξίζει να αναφερθεί ότι στη χώρα μας, ο μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής στον χώρο των συντάξεων –η ΑΕΔΑΚ Ασφαλιστικών Οργανισμών– λειτουργεί με κόστη στο 0.5% των αποθεματικών.

Μια κρίσιμη κοινωνική/πολιτική επιλογή που πρέπει να γίνει μετά τη θέσπιση των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων συντάξεων είναι εάν θα παρέχει την ευχέρεια στους πολίτες να λαμβάνουν οι ίδιοι επενδυτικές αποφάσεις για τα αποθεματικά των ατομικών λογαριασμών (όπως γίνεται στη Σουηδία) ή εάν θα γίνεται κεντρική διαχείριση όλων των κεφαλαίων από το ταμείο συντάξεων. Για την Ελλάδα έχουμε προτείνει την δεύτερη επιλογή, με την ανάθεση των επενδύσεων στην ΑΕΔΑΚ Ασφαλιστικών Οργανισμών, και με την αναγκαία  προϋπόθεση της πλήρους απομάκρυνσης του πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων από το σύστημα συντάξεων και την διαχείριση των αποθεματικών. Εξ άλλου και στη Σουηδία η συντριπτική πλειονότητα των ασφαλισμένων αφήνει την διαχείριση των ατομικών λογαριασμών στο ταμείο συντάξεων.  Επιπλέον, στα σύγχρονα συστήματα συντάξεων, οι πολίτες θα έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν τις προσωπικές τους προτιμήσεις στο πλαίσιο του 3ου Πυλώνα, ο οποίος περιλαμβάνει τα ατομικά ασφαλιστήρια συντάξεων καθώς και τα νέα «πανευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά προϊόντα» (ΠΕΣΠ), που θα συμπληρώσουν τα κρατικά και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα (…)

Η επενδυτική στρατηγική που θα ελαχιστοποιεί τον επενδυτικό κίνδυνο αλλά και ο τρόπος και ο τόπος των επενδύσεων προφανώς απαιτούν τεχνογνωσία και αποκλεισμό φαινομένων ανάμειξης του πολιτικού συστήματος, κάτι που όπως αναφέρει και ο καθηγητής συμβαίνει ακόμα στις υποανάπτυκτες χώρες, ενώ η επένδυση των αποθεματικών ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος συντάξεων έχει σε βάθος χρόνου τη δυνατότητα να βοηθήσει τη χώρα να ανακάμψει σε πολλαπλά επίπεδα:

(…) η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι επενδύσεις στην ιδιωτική οικονομία, εάν τηρούν τις βασικές αρχές των επενδύσεων, αποφέρουν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τις παραδοσιακές επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα. Έχουμε εκτιμήσει ότι το προτεινόμενο για την Ελλάδα κεφαλαιοποιητικό σύστημα συντάξεων, με εισφορές 6% ετησίως, θα οδηγήσει στην πρώτη δεκαετία σε συσσώρευση αποθεματικών που θα προσεγγίσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ μέχρι το 2060 αναμένεται να φθάσουν στα 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα αποθεματικά αυτά θα αντιστοιχούν στο 25% το 2030 και στο 67% το 2060.

Εάν τα πράγματα εξελιχθούν όπως περιγράφονται παραπάνω, τότε σταδιακά η χώρα θα αποκτήσει τα απαραίτητα κεφάλαια, μετά το 2030, να επαναγοράσει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και δημόσιες επιχειρήσεις που την τελευταία δεκαετία πωλήθηκαν αντί πινακίου φακής.(…).

Αμαλία Ρουχωτά