Οι χώρες του αναπτυγμένου κόσμου βρίσκονται στο μέσο μίας τεράστιας κρίσης και αναζητούν τρόπους χρηματοδότησης των οικονομικών ζημιών της πανδημίας του κορωνοϊού, οι οποίες ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Οι χώρες-μέλη της ΕΕ θα πρέπει να εξετάσουν νέες και καινοτόμες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών μίας επόμενης πανδημίας.

| Του Μιλτιάδη Νεκτάριου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Πειραιώς |

Οι συνηθισμένες πρακτικές της εκ των υστέρων χρηματοδότησης των ζημιών οδηγούν σε υπερβολική επιβάρυνση τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, στην αναβολή δημόσιων επενδύσεων και στη μετακύληση του κόστους στις επόμενες γενιές μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων. Οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες μπορούν να αποφευχθούν με τη χρησιμοποίηση του κατάλληλου ασφαλιστικού μηχανισμού, διότι έτσι δεν επιβαρύνονται ούτε οι φορολογούμενοι ούτε οι μελλοντικές γενιές.

Και το ερώτημα είναι: Γιατί δεν έχουν αναπτυχθεί τέτοιοι ασφαλιστικοί μηχανισμοί;

Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι παραδοσιακές ασφαλιστικές αγορές δεν μπορούν να καλύψουν κινδύνους που έχουν τα χαρακτηριστικά των πανδημιών: (α) πλήττουν ταυτόχρονα τους περισσότερους ή και όλους τους ασφαλισμένους και (β) δεν είναι δυνατή η αντασφάλιση (γεωγραφική διασπορά) των κινδύνων της πανδημίας, διότι πλήττονται ταυτόχρονα και όλες οι άλλες χώρες. Επιπλέον, οι πανδημίες συνοδεύονται από δραστική μείωση των τιμών των στοιχείων του ενεργητικού των ασφαλιστικών εταιρειών. Η ταυτόχρονη αύξηση των ζημιών και η μείωση των επενδύσεων απειλούν ευθέως τη φερεγγυότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών οργανισμών. Επομένως, δεν είναι πιθανή η ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης για τους κινδύνους της πανδημίας.

Στις περιπτώσεις αυτές ενδείκνυται η σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για τη δημιουργία ασφαλιστικών προϊόντων που θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς των ιδιωτικών αγορών και θα καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών κινδύνων. Το κατάλληλο ασφαλιστικό προϊόν είναι τα Ομόλογα Πανδημίας, τα οποία εμπίπτουν στα λεγόμενα εργαλεία διαχείρισης κινδύνων ART (Alternative Risk Transfers).

Τα Ομόλογα Πανδημίας θα μπορούσαν να εκδοθούν είτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είτε από μία ομάδα χωρών-μελών της ΕΕ είτε από κάθε χώρα ξεχωριστά, για μια διάρκεια 3-5 ετών και ένα ονομαστικό ποσό 30-50 δισεκατομμυρίων ευρώ, σε πρώτη φάση. Το πόσο της έκδοσης δεν πρόκειται να καλύψει όλο το κόστος της πανδημίας, αλλά μπορεί να συμβάλει στις έκτακτες ανάγκες του τομέα υγείας, των αυξημένων επιδομάτων ανεργίας, της στήριξης των επιχειρήσεων, κ.λπ.

Τα έσοδα από την έκδοση του ομολόγου θα μεταφέρονταν σε ένα Trust Fund, στο οποίο επίσης θα καταβάλλονταν και τα ασφάλιστρα της κάθε χώρας που θα συμμετείχε στο εν λόγω σχήμα.

Τα ασφάλιστρα θα χρησίμευαν για την πληρωμή των ετήσιων τοκομεριδίων, που θα ανέρχονταν περίπου στο 12% (είναι το άθροισμα του βασικού επιτοκίου Libor και του ασφάλιστρου για τον κίνδυνο της πανδημίας). Τα ομόλογα αυτά θα ήταν διαπραγματεύσιμα στη δευτερογενή αγορά και θα ρευστοποιούνταν κανονικά στο τέλος της περιόδου ασφάλισης, εάν δεν έχει συμβεί κάποια πανδημία. Σε περίπτωση επέλευσης μίας πανδημίας (επίσημη ανακοίνωση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ή/και την πτώση του ΑΕΠ κατά συγκεκριμένο ποσοστό), οι επενδυτές δεν θα ελάμβαναν το επενδυμένο κεφάλαιο.

Δύο τέτοια ομόλογα πανδημίας έχει εκδώσει η Παγκόσμια Τράπεζα από το 2017 για ονομαστικό ποσό 320 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα ομόλογα θα προσφέρουν τα αντίστοιχα κεφάλαια σε μια ομάδα φτωχών χωρών σε περίπτωση εμφάνισης ενός ή περισσοτέρων από έξι συγκεκριμένες μολυσματικές ασθένειες. Τα ομόλογα ήταν χωρισμένα σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία, το επιτόκιο ήταν το Libor και ασφάλιστρο κινδύνου 6,5% για μια μέγιστη ζημιά 16,7% του ονομαστικού κεφαλαίου. Στην δεύτερη κατηγορία, το επιτόκιο ήταν το Libor και ασφάλιστρο κινδύνου 11,1% για μια μέγιστη ζημιά ίση με το ονομαστικό κεφάλαιο.

Ένα εύλογο ερώτημα αφορά στη σκοπιμότητα έκδοσης ενός ομολόγου Πανδημίας σε σχέση με ένα παραδοσιακό κρατικό ομόλογο, δεδομένου ότι το δεύτερο έχει μικρότερο επιτόκιο, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα.

Κατ’ αρχάς, η έκδοση ενός ομολόγου μετά το ξέσπασμα μίας πανδημίας απαιτεί χρόνο, και επομένως τα απαιτούμενα κεφάλαια δεν θα είναι αμέσως διαθέσιμα, όπως στην περίπτωση του ομολόγου Πανδημίας.

Δεύτερον, το κρατικό ομόλογο θα πρέπει να αποπληρωθεί στο μέλλον από τις επόμενες γενιές, προκαλώντας διαγενεακές ανισότητες, ενώ στην περίπτωση του ομολόγου Πανδημίας δεν χρειάζεται η αποπληρωμή του ομολόγου διότι πρόκειται για ασφαλιστική αποζημίωση.

Επομένως, η σύγκριση των δύο εναλλακτικών μέσων χρηματοδότησης των ζημιών από μία πανδημία είναι πιο σύνθετη από την απλή σύγκριση των ονομαστικών επιτοκίων.

Η ζήτηση για ομόλογα Πανδημίας, όπως και για τα ομόλογα φυσικών καταστροφών, προέρχεται κυρίως από τους θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι προσελκύονται από τις υψηλές αποδόσεις τους. Το βάθος των σχετικών αγορών ανέρχεται σε δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια, οπότε και οι τοποθετήσεις των ομολόγων Πανδημίας έχουν μεγάλες πιθανότητες κάλυψης.

Τα οφέλη από την έκδοση των Ομολόγων Πανδημίας είναι τα εξής:

(α) τα ποσά που θα λάβει το κράτος είναι ασφαλιστικές αποζημιώσεις και δεν χρειάζεται να εξοφληθούν αργότερα, όπως με το δημόσιο χρέος,

(β) η χρηματοδότηση προέρχεται κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ ο δημόσιος τομέας επιβαρύνεται μόνο με τα ασφάλιστρα,

(γ) προσφέρουν μια ελκυστική επένδυση για τους θεσμικούς επενδυτές, και

(δ) τα επιτόκια των ομολόγων καθορίζονται από τη συχνότητα της πανδημίας και όχι από τον κίνδυνο της χώρας.

Αναδημοσίευση από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, της 10/1/2021.

Ακολουθήστε την Ασφαλιστική Αγορά στο Google News

Προηγούμενο άρθρο2η Διαδικτυακή Συνάντηση των Σωματείων Μελών της Π.Ο.Α.Δ.
Επόμενο άρθροO Όμιλος Saint-Gobain “Global Top Employer” για 6η χρονιά