Κ. Μερελής: Το «μάθημα» των καταστροφών του «Daniel» –  Ο κομβικός ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης

Άρθρο του κ. Κυριάκου Μερελή,
Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Ασφαλιστικού και Χρηματοοικονομικού Συμβούλου.

«Η κλιματική κρίση αποτελεί πλέον μια καθημερινή οικονομική απειλή που μπορεί να επιφέρει μεγάλες καταστροφές σε παραγωγικές δομές μέσα σε λίγες ώρες. Σε αυτό το περιβάλλον, η υποχρεωτική ασφάλιση των επιχειρήσεων έναντι φυσικών καταστροφών πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη γραφειοκρατικό βάρος ή μια αναγκαστική δαπάνη. Είναι, στην πραγματικότητα, μια κορυφαία πράξη πρόληψης και μια στρατηγική επένδυση στη βιωσιμότητα. Όταν μια επιχείρηση καταβάλλει ασφάλιστρο, επενδύει στην εγγυημένη ρευστότητα, στην άμεση επανεκκίνηση και στην προστασία από τον «ξαφνικό θάνατο» που προκαλεί μια πλημμύρα ή μια πυρκαγιά, χωρίς να εξαρτάται από τις χρονοβόρες και συχνά ανεπαρκείς διαδικασίες της κρατικής αρωγής, καθώς οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται δεν καλύπτουν ποτέ το σύνολο της ζημίας που έχει υποστεί μια επιχείρηση.

Η εμπειρία από τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές επιβεβαιώνει έμπρακτα την αξία της ιδιωτικής ασφάλισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κακοκαιρία «Daniel», κατά την οποία οι ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες εκτιμάται ότι κατέβαλαν συνολικά 372,05 εκατ. ευρώ για την αποζημίωση των ζημιών που προκλήθηκαν. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η ιδιωτική ασφάλιση δεν λειτουργεί απλώς ως ένας μηχανισμός οικονομικής προστασίας, αλλά ως ένας βασικός πυλώνας ταχείας αποκατάστασης της οικονομικής δραστηριότητας, εξασφαλίζοντας άμεση ρευστότητα σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, την ώρα που αυτή είναι περισσότερο αναγκαία.

Το πραγματικό στοίχημα, ωστόσο, βρίσκεται στη διεύρυνση αυτού του μέτρου. Το σημερινό όριο του ετήσιου τζίρου των 500.000 ευρώ, πάνω από το οποίο οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να ασφαλιστούν, αφήνει εκτός προστασίας μεγάλο ποσοστό αυτών, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παραμένει ελλιπώς θωρακισμένη απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Η ώριμη πρόταση για τη μείωση αυτού του ορίου και τη διεύρυνση της περιμέτρου της υποχρεωτικότητας δεν αποτελεί μέτρο πίεσης, αλλά μια κίνηση δημοσιονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Με την αύξηση του ποσοστού των ασφαλισμένων επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα αναλάβουν να καταβάλουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος των αποζημιώσεων σε περίπτωση φυσικής καταστροφής. Αυτό θα οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση δημόσιων πόρων, καθώς το κράτος δεν θα χρειάζεται να λειτουργεί ως ο μοναδικός και με περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες «αιμοδότης» των πληγέντων, αλλά θα μπορεί να κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους στην αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών και στη στήριξη των πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Παράλληλα, η καθολικότερη εμπλοκή της ιδιωτικής ασφάλισης φέρνει στο προσκήνιο ένα τεράστιο πλεονέκτημα που η Πολιτεία αδυνατεί να προσφέρει. Αναφέρομαι στον μηχανισμό της ενεργού πρόληψης. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το κράτος δεν διαθέτει ούτε το προσωπικό ούτε τους πόρους για να πραγματοποιεί τακτικούς και εξονυχιστικούς ελέγχους σε κάθε επιχειρηματική εγκατάσταση της χώρας, ώστε να διαπιστώνεται εάν τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας. Αντίθετα, οι ασφαλιστικές εταιρείες, προκειμένου να καλύψουν έναν κίνδυνο, υποχρεούνται να διενεργούν περιοδικούς και αυστηρούς ελέγχους, όπως για τα συστήματα πυρόσβεσης, τα αντιπλημμυρικά έργα και τη στατικότητα των εγκαταστάσεων. Η ιδιωτική αυτή επιθεώρηση ωθεί την αγορά να συμμορφώνεται με υψηλά πρότυπα ασφάλειας, μειώνοντας σημαντικά την πιθανότητα εκδήλωσης ή επέκτασης μιας καταστροφής. Η υποχρεωτική ασφάλιση, επομένως, πέρα από δίχτυ προστασίας, μετατρέπεται σε έναν άτυπο αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικό μηχανισμό πρόληψης και θωράκισης της αγοράς, αποδεικνύοντας ότι η προστασία της οικονομίας αποτελεί υπόθεση συλλογικής ευθύνης και στρατηγικού σχεδιασμού.

Η κλιματική πραγματικότητα δεν αφήνει περιθώρια για ημίμετρα ή αναβλητικότητα. Η Πολιτεία οφείλει να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή διορατικότητα και να υιοθετήσει άμεσα την πρόταση για διεύρυνση της περιμέτρου υποχρεωτικότητας. Πρόκειται για μια θεσμική παρέμβαση που μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη δημοσιονομική σταθερότητα και να απεγκλωβίσει τα δημόσια ταμεία από έναν διαρκή κύκλο έκτακτων αποζημιώσεων. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι επιχειρηματίες καλούνται να εγκαταλείψουν οριστικά την παρωχημένη αντίληψη ότι η κρατική αρωγή μπορεί να υποκαταστήσει την ασφαλιστική κάλυψη. Η πεποίθηση ότι το κράτος θα καλύψει κάθε απώλεια αποτελεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση, καθώς καμία δημόσια ενίσχυση δεν κάλυψε, ούτε πρόκειται να καλύψει, το σύνολο της πραγματικής ζημίας, της απώλειας πελατείας ή της διακοπής λειτουργίας μιας επιχείρησης. Η θωράκιση, η βιωσιμότητα και η ενεργός πρόληψη αποτελούν πλέον ατομική και συλλογική ευθύνη. Η ασφάλιση δεν είναι κόστος· αποτελεί επένδυση στη βιωσιμότητα, στην ανάπτυξη και στη δυνατότητα μιας επιχείρησης να σταθεί όρθια την επόμενη ημέρα μιας φυσικής καταστροφής.

Ας επενδύσουμε, λοιπόν, στην πρόληψη, στην οικονομική σταθερότητα και σε ένα μέλλον όπου η ιδιωτική ασφάλιση θα αποτελεί έναν ουσιαστικό σύμμαχο απέναντι στις ολοένα συχνότερες συνέπειες της κλιματικής κρίσης, μετατρέποντας την αβεβαιότητα σε ασφάλεια.

Με αφορμή, μάλιστα, τις πρόσφατες πυρκαγιές στη Βορειοδυτική Θεσσαλονίκη, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, προτείνοντας τη διεύρυνση της υποχρεωτικής ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών, τη θέσπιση πρόσθετων φορολογικών κινήτρων για τις ασφαλισμένες επιχειρήσεις και την περαιτέρω αξιοποίηση της ιδιωτικής ασφάλισης ως εργαλείου πρόληψης, ανθεκτικότητας και αποτελεσματικότερης διαχείρισης των συνεπειών της κλιματικής κρίσης».


Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News