Σύγκρουση στη Μέση Ανατολή: Εκτεθειμένος ο τραπεζικός τομέας σε Ελλάδα & Κύπρο, λόγω ναυτιλίας και τουρισμού

Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τους κινδύνους για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες λόγω της έκθεσής τους στους τομείς της ναυτιλίας και του τουρισμού. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS, σε ανάλυση που δημοσιοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου, οι τραπεζικοί τομείς των δύο χωρών διατηρούν ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακά αποθέματα, τα οποία θα τους βοηθήσουν να αντεπεξέλθουν σε ένα πιο επικίνδυνο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Οι κλάδοι του τουρισμού και της ναυτιλίας διαδραματίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο στην κυπριακή και την ελληνική οικονομία, σε σύγκριση με τις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ. Η μεγάλη σημασία του τουρισμού αποτυπώνεται στο συγκριτικά υψηλό μερίδιο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) και στις δύο οικονομίες (Διάγραμμα 1). Εκτός από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, ο τουρισμός σχετίζεται, επίσης, με διάφορους άλλους κλάδους υπηρεσιών, όπως οι μεταφορές και η ψυχαγωγία, και έχει σημαντικές έμμεσες επιπτώσεις στις μακροοικονομικές εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά την ιδιωτική κατανάλωση, καθώς απασχολεί μεγάλο ποσοστό του εγχώριου εργατικού δυναμικού.

Η σημασία της ναυτιλίας και στις δύο οικονομίες είναι λιγότερο έντονη από αυτή του τουρισμού, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ.
Καθώς η αβεβαιότητα για το πώς θα εξελιχθούν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ο παγκόσμιος ανεφοδιασμός πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι επί του παρόντος υψηλή, τα πρόσφατα γεγονότα ενδέχεται, σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, να επιβραδύνουν τον τουρισμό, ο οποίος αποτελούσε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης και για τις δύο οικονομίες τα τελευταία χρόνια. Οι αρνητικές επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα πιθανές για την Κύπρο, δεδομένης της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη Μέση Ανατολή.
Ήδη, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μείωσε την πρόβλεψη για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026 κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, σε έναν ρυθμό ανάπτυξης που παραμένει ισχυρός, στο 2,7%. Αυτό βασίζεται στην προσδοκία ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει δύο μήνες και θα ακολουθήσει σταδιακή αποκλιμάκωση στη συνέχεια.
Ομοίως, οι πρόσφατες μακροοικονομικές προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος τοποθετούν τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας για το 2026 στο 1,9%, από 2,1% που είχε προβλεφθεί τον Ιανουάριο του 2026.
Επιπτώσεις για την παγκόσμια ναυτιλία και τον όγκο των εμπορευμάτων στα λιμάνια της Μεσογείου
Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, επιδείνωσε τις διαταραχές στη ναυτιλία, με τα δεξαμενόπλοια και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να αλλάζουν τις διαδρομές τους, να αναστέλλουν τις κρατήσεις και να επιβαρύνονται με υψηλότερα έξοδα ασφάλειας και ασφάλισης. Όπως είναι φυσικό, οι μεγάλες αποστάσεις που πρέπει να διανύσουν τα πλοία, η αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και τα αυξανόμενα ασφάλιστρα κινδύνου πολέμου ασκούν ανοδική πίεση στους ναύλους. Επιπλέον, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Morningstar DBRS, το Ιράν έχει αρχίσει να επιβάλλει ανεπίσημα τέλη ύψους περίπου $2 εκατ. ανά πλοίο για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ποσό που ισοδυναμεί περίπου με 1 επιπλέον δολάριο ανά βαρέλι. Τα διαθέσιμα δεδομένα παρακολούθησης πλοίων δείχνουν ότι σημαντικό μερίδιο της κυκλοφορίας μέσω αυτού του διαδρόμου αφορά πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας1. Εάν αυτά τα πρόσθετα κόστη παραμείνουν, οι ναυτιλιακές εταιρείες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν περαιτέρω πιέσεις στο κόστος, κάτι που ενδεχομένως θα μεταφραστεί σε υψηλότερα ναύλα.
Όπως αναφέρει η Morningstar DBRS, ο δείκτης Drewry World Container σημείωσε άνοδο τον τελευταίο μήνα, ενώ οι τρέχουσες τιμές μεταφοράς αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω. Αν και ο ανεπτυγμένος σε παγκόσμια κλίμακα στόλος ενδέχεται να περιορίσει την έκταση των διαταραχών στη μεταφορική ικανότητα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το 2024-25, η απόδοση του κλάδου εξακολουθεί να περιορίζεται από την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις συνεχιζόμενες αλλαγές δρομολογίων σε βασικούς διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας και εμπορευματοκιβωτίων. Πάντως, ο οίκος αξιολόγησης αναμένει ότι οι μεγάλες εταιρείες του ναυτιλιακού τομέα παγκοσμίως θα βελτιστοποιήσουν το κόστος λειτουργίας τους και την κατανομή κεφαλαίων στο τρέχον ασταθές περιβάλλον.2
Δεδομένου ότι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας φαίνεται να παραμένει η κύρια διαδρομή μεσοπρόθεσμα, λόγω των διαταραχών στην Ερυθρά Θάλασσα, οι απώλειες της περιόδου 2024-25 είναι απίθανο να ανακτηθούν για τα λιμάνια της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου, εκτιμά η Morningstar DBRS. Στην Ελλάδα, ο Πειραιάς έχει πληγεί δυσανάλογα, με τη διακίνηση να έχει μειωθεί κατά περίπου 13% από το πρώτο εξάμηνο του 2024, καθώς οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες παρακάμπτουν τους κόμβους μεταφόρτωσης, προτιμώντας δυτικά λιμάνια, όπως το Σίνες στην Πορτογαλία και η Βαλένθια στην Ισπανία (Διάγραμμα 2). Δεδομένης της μεγάλης εξάρτησής του από τη δραστηριότητα μεταφόρτωσης, η αποδυνάμωση του Πειραιά συνεχίστηκε και το 2025, πέφτοντας από την τέταρτη στην έκτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών λιμένων εμπορευματοκιβωτίων, με επιπτώσεις και στους λιμένες τροφοδοσίας του Αιγαίου. Η Λεμεσός στην Κύπρο έχει, επίσης, υποστεί συνεχείς απώλειες από το 2024, παρά τη συνεχιζόμενη επέκταση της δυναμικότητάς της. Αντίθετα, η επιβατική κίνηση στην Ελλάδα παρέμεινε ανθεκτική, καθώς οι εγχώριες και οι ακτοπλοϊκές διαδρομές είναι σε μεγάλο βαθμό προστατευμένες από τις συνεχιζόμενες διαταραχές (Διάγραμμα 3). Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αναμένεται να έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στην επιβατική κίνηση και στους φορείς εκμετάλλευσης κρουαζιερόπλοιων, εκτός εάν υπάρξει ευρύτερη επιδείνωση της τουριστικής ζήτησης ή σημαντική αύξηση του κόστους των ναυτιλιακών καυσίμων.3

Αύξηση των κινδύνων για τα αεροπορικά ταξίδια και τον τουρισμό
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης έχει προκαλέσει εκτεταμένο κλείσιμο εναέριων χώρων σε βασικές χώρες του Κόλπου, διαταράσσοντας τη λειτουργία μεγάλων κόμβων και αναγκάζοντας τις αεροπορικές εταιρείες να ακυρώσουν πτήσεις, να αναστείλουν υπηρεσίες ή να ανακατευθύνουν τις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων.4 Η διαταραχή, όπως επισημαίνει η Morningstar DBRS, έχει ευρύτερες επιπτώσεις στα διεθνή ταξίδια και τον τουρισμό, λόγω των μεγαλύτερων χρόνων πτήσεων, της υψηλότερης κατανάλωσης καυσίμων και της μειωμένης συνδεσιμότητας, τα οποία αυξάνουν το κόστος και επιβαρύνουν τη ζήτηση των επιβατών.
Για αγορές που εξαρτώνται από τον τουρισμό, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, που έχουν καταγράψει ρεκόρ υψηλών αφίξεων τουριστών τα τελευταία χρόνια (Διάγραμμα 4), οι δευτερογενείς επιπτώσεις είναι πιο ορατές στους τομείς που συνδέονται με τις αερομεταφορές, δεδομένου του υψηλού μεριδίου των επισκεπτών που φτάνουν αεροπορικώς από τη Δυτική Ευρώπη και τα αεροδρόμια που εξυπηρετούν πτήσεις μεγάλων αποστάσεων. Οι αφίξεις, ωστόσο, σε Ελλάδα και Κύπρο φαίνεται να είναι αρκετά διαφοροποιημένες. Η Κύπρος παρουσιάζει μεγαλύτερη εξάρτηση από τους Ισραηλινούς επισκέπτες, γεγονός που θα μπορούσε να προσθέσει περαιτέρω πίεση, λόγω του κλειστού εναέριου χώρου και των ακυρωμένων πτήσεων (Διαγράμματα 5-6).


Τα ταξιδιωτικά γραφεία και οι ταξιδιωτικοί πράκτορες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υψηλότερες τιμές πακέτων, αστάθεια στο πρόγραμμα πτήσεων και πιθανή πίεση στα περιθώρια κέρδους, όπου το κόστος δεν μπορεί να μετακυλιστεί πλήρως. Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούνται γενικά ασφαλής προορισμός, οι αυξημένες περιφερειακές εντάσεις έχουν οδηγήσει ορισμένους ταξιδιώτες να ακυρώσουν ή να αναβάλουν ταξίδια λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια. Ταυτόχρονα, ο βασικός κίνδυνος για τις αεροπορικές εταιρείες και, κατ’ επέκταση, τις τουριστικές ροές παραμένει η διαρκής αύξηση των τιμών των καυσίμων και η λειτουργική αστάθεια, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση ταξιδιών, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.

Η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί εν μέρει από την εκτροπή της ζήτησης μακριά από προορισμούς που πλήττονται από συγκρούσεις, εάν ο πληθωρισμός δεν επιταχυνθεί σημαντικά και η χώρα παραμείνει αμέτοχη στη σύγκρουση.
Ανομοιόμορφες οι πιστωτικές επιπτώσεις για τις Τράπεζες των δύο χωρών
Η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να προσθέσει κινδύνους στις τράπεζες τόσο στην Ελλάδα όσο και την Κύπρο, μέσω των επιπτώσεών της στους τομείς της ναυτιλίας και του τουρισμού. Και τα δύο τραπεζικά συστήματα έχουν υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έκθεση σε αυτούς τους κλάδους. Ωστόσο, η συγκέντρωση και τα κανάλια μετάδοσης του κινδύνου μπορεί να μη συμπίπτουν απαραίτητα, με αποτέλεσμα διαφορετικές πιστωτικές επιπτώσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), που επικαλείται ο οίκος αξιολόγησης, η έκθεση σε Μεταφορές & Αποθήκευση αντιπροσώπευε το 19,8% και 11,2%, αντίστοιχα, των δανείων των ελληνικών και κυπριακών τραπεζών, προς μη χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (NFC) το 2025, υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ανήλθε στο 5,5% (Διάγραμμα 7). Ταυτόχρονα, η έκθεση σε δραστηριότητες Διαμονής & Εστίασης αντιπροσώπευε το 11,1% και 21,2%, αντίστοιχα, των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς το 2025, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 2,6%. Ενώ η ανάλυση της EBA για τις Μεταφορές και την Αποθήκευση, καθώς και για τις δραστηριότητες Διαμονής και Εστίασης, δεν αντιστοιχίζονται απαραίτητα μόνο με τη ναυτιλία και τον τουρισμό, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι τα δεδομένα της Αρχής αποτελούν καλές προσεγγιστικές μεταβλητές για την αξιολόγηση του μεγέθους του τραπεζικού δανεισμού προς αυτούς τους κλάδους.

Η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στη ναυτιλία είναι υψηλότερη από τις αντίστοιχες κυπριακές, αλλά συνήθως αυτή έχει πιο παγκόσμιο προσανατολισμό και υποστηρίζεται από περιουσιακά στοιχεία. Τα χαρτοφυλάκια δανείων στη ναυτιλία αφορούν κυρίως δεξαμενόπλοια και φορτηγά, με πιο περιορισμένη έκθεση στον συνήθως πιο ασταθή τομέα των εμπορευματοκιβωτίων και στα επιβατηγά πλοία. Η συνεχιζόμενη αύξηση των ναύλων και η επιμήκυνση των ναυτιλιακών διαδρομών ενισχύουν προσωρινά τις ταμειακές ροές των πλοιοκτητών και βελτιώνουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους, παρέχοντας ένα βραχυπρόθεσμο “μαξιλάρι” για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Ωστόσο, η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου πολέμου και του κόστους των καυσίμων, σε συνδυασμό με ενδεχομένως χαμηλότερους όγκους συναλλαγών, σε περίπτωση κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων και παράτασης της αναδρομολόγησης, συμβάλλουν στη συμπίεση των λειτουργικών περιθωρίων κέρδους, αυξάνοντας τελικά τον πιστωτικό κίνδυνο για τους δανειστές.
Αντίθετα, οι κυπριακές τράπεζες είναι συγκριτικά λιγότερο εκτεθειμένες στη ναυτιλία, επομένως η Morningstar DBRS αναμένει ότι τυχόν επιπτώσεις στο προφίλ κινδύνου του τραπεζικού τομέα θα εμφανιστούν πιο έμμεσα, κυρίως μέσω επιπτώσεων στις βοηθητικές θαλάσσιες υπηρεσίες.
Οι κυπριακές τράπεζες εμφανίζουν υψηλότερη συγκέντρωση δανείων στον τουρισμό. Αν η μείωση των τουριστικών ροών έχει διάρκεια, αυτό θα έχει επιπτώσεις στις αποδόσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στις τιμές των ακινήτων, ασκώντας πιο άμεση πίεση στην ποιότητα του ενεργητικού των κυπριακών τραπεζών. Ήδη, η Κύπρος αντιμετωπίζει πιο έντονη μείωση της ζήτησης για ταξίδια και υψηλότερα ποσοστά ακυρώσεων, γεγονός που αντανακλά την αυξημένη αντίληψη κινδύνου λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας με περιοχές συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Όσον αφορά την Ελλάδα, αναμένεται ότι ο αντίκτυπος στις τράπεζες από την επιβράδυνση του τουρισμού θα είναι πιο διαχειρίσιμος βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της χαμηλότερης έκθεσής τους. Επιπλέον, ο οίκος αξιολόγησης θεωρεί ότι η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί εν μέρει από την εκτροπή της ζήτησης μακριά από προορισμούς που πλήττονται από συγκρούσεις, εάν ο πληθωρισμός δεν επιταχυνθεί σημαντικά και η χώρα παραμείνει αμέτοχη στη σύγκρουση.
Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί τόσο στην Ελλάδα όσο και την Κύπρο, τα τελευταία χρόνια, και συγκρίνεται ευνοϊκά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) στις μεταφορές και την αποθήκευση διαμορφώθηκαν κοντά στο 0% το 2025 και στις δύο χώρες, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ 2,3%. Αντίστοιχα, το ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης ήταν 2,1% στην Ελλάδα και 0,7% στην Κύπρο, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ 5% (Διαγράμματα 8-9).

Πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις σε συγκεκριμένους τομείς, η σύγκρουση δημιουργεί και δευτερογενείς αντιξοότητες, όπως το αυξημένο κόστος ενέργειας, καινούργιες πληθωριστικές πιέσεις, ασθενέστερες προοπτικές ανάπτυξης και πιθανές διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού. Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, τα μέτρα νομισματικής πολιτικής θα αποτελέσουν βασική μεταβλητή: ενώ τα υψηλότερα επιτόκια για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου πληθωρισμού θα μπορούσαν να στηρίξουν την κερδοφορία των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης βραχυπρόθεσμα, σύμφωνα με την εμπειρία από τον κύκλο σύσφιξης 2022-24, τελικά θα επηρέαζαν τον όγκο των δανείων, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος χρηματοδότησης και τις πιέσεις στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Κατά την άποψη του οίκου αξιολόγησης, ένας συνδυασμός παραγόντων μετριασμού που σχετίζονται με την έκθεση στον ναυτιλιακό κίνδυνο και μερικών αποθεμάτων ασφαλείας έναντι των πιέσεων που σχετίζονται με τον τουρισμό θα υποστηρίξει τη συγκριτικά ισχυρότερη βραχυπρόθεσμη ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών.
Αντίθετα, οι κυπριακές τράπεζες θα μπορούσαν να επηρεαστούν πιο άμεσα και σοβαρά, ως αποτέλεσμα της υψηλότερης έκθεσή τους σε σχέση με τον τουρισμό. Η διάρκεια και η πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή παραμένουν βασικοί καθοριστικοί παράγοντες των τελικών πιστωτικών επιπτώσεων για τις τράπεζες. Παρ’ όλα αυτά, τόσο οι ελληνικές όσο και οι κυπριακές τράπεζες διατήρησαν την κερδοφορία τους πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 4ο τρίμηνο του 2025 (Διάγραμμα 10). Η κεφαλαιοποίηση ήταν σημαντικά ισχυρότερη για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ τα επίπεδα κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τα ακόμη ισχυρά μέσα επίπεδα της ΕΕ, επισημαίνει εν κατακλείδι η Morningstar DBRS.

- Lloyd’s List: Chinese boxship pays Iran for Hormuz passage as corridor traffic grows 23 March 2026. ↩︎
- Βλέπε: «Escalating Conflict in the Middle East to Increase Volatility for the Shipping Sector». ↩︎
- Βλέπε: «Rerouting World Trade: European Port Resilience and Risks Amid Middle East Shipping Shutdowns for». ↩︎
- Βλέπε: «Most Global Airlines Can Withstand Direct Impact From Middle East Airspace Closure, but Fuel Price Poses Risk». ↩︎
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News

