Climate Risk Navigator: Αυξάνονται οι ασφαλισμένες ζημιές και το κόστος της κλιματικής αλλαγής

H απότομη αύξηση των ασφαλισμένων ζημιών, εξαιτίας συμβάντων που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες σε περιοχές με υψηλή ασφαλιστική διείσδυση, υποδηλώνει ότι πιθανώς υπάρχει συσχέτιση με την κλιματική αλλαγή. Αυτό υποστηρίζει η Morningstar DBRS στην τελευταία έκδοση του Climate Risk Navigator.
Η κλιματική αλλαγή, εξ ορισμού, χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι οι ασφαλισμένες και οικονομικές ζημιές έχουν αυξηθεί. Αυτή η τάση κάνει τους επενδυτές να επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην πιθανή κλιμάκωση των φυσικών κλιματικών κινδύνων (physical climate risk) στο μέλλον, αλλά το μέγεθος αυτής της κλιμάκωσης παραμένει πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια.
Πράγματι, τα τρέχοντα δεδομένα δεν καταγράφουν επαρκώς όλα τα κόστη, αλλά η τάση των ασφαλισμένων ζημιών από καιρικά φαινόμενα σε περιοχές με υψηλή ασφαλιστική διείσδυση θα μπορούσε, σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, να γίνει χρήσιμος δείκτης για την παρακολούθηση της τάσης όσον αφορά το κόστος της κλιματικής αλλαγής.

Ασφαλιστικό κενό: Οι ασφαλισμένες ζημιές ιστορικά είναι χαμηλότερες από τις οικονομικές
Το κόστος της κλιματικής αλλαγής παγκοσμίως υπερβαίνει κατά πολύ τις ζημιές που αναφέρουν οι ασφαλιστές. Σύμφωνα με τη Swiss Re, κατά μέσο όρο, μόνο το 41% των ζημιών από φυσικές καταστροφές ήταν ασφαλισμένο τα τελευταία 10 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι το 59% των απωλειών από φυσικές καταστροφές παγκοσμίως δεν ήταν ασφαλισμένο κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας.
Οι οικονομικές απώλειες υπολογίζονται γενικά, χρησιμοποιώντας εκτιμήσεις και μεταβλητές για άμεσες και έμμεσες ζημιές, συμπεριλαμβανομένων αποδείξεων, λογαριασμών ή οικονομικών αρχείων. Επιπλέον, αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τους Lloyd’s, ο υπολογισμός των οικονομικών ζημιών βασίζεται κυρίως σε δεδομένα από ανεπτυγμένες χώρες. Το 2024, ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Aon υπολόγισε τις συνολικές οικονομικές ζημιές σε $368 δισ., εκ των οποίων μόνο το 39% καλυπτόταν ασφαλιστικά. Επίσης, εντοπίζονται μεγάλες διαφορές ανά περιφέρεια όσον αφορά τα ασφαλιστικά κενά. Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ελέγχου για το Κενό Ασφαλιστικής Προστασίας για Φυσικές Καταστροφές που δημοσιεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, το ασφαλιστικό κενό είναι πολύ μεγαλύτερο. Σύμφωνα με την EIOPA, μόνο το 25% περίπου των συνολικών οικονομικών απωλειών από ακραία καιρικά φαινόμενα και γεγονότα που σχετίζονται με το κλίμα σε ολόκληρη την Ευρώπη ήταν ασφαλισμένα μεταξύ 1981 και 2023 – και το ποσοστό αυτό βαίνει μειούμενο. Το διάγραμμα 1 δείχνει ιδιαίτερα χαμηλές ασφαλισμένες ζημιές σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες – σε 12 από αυτές, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, οι ασφαλισμένες ζημιές είναι κάτω του 10%.

Η κύρια αιτία της σχετικής έλλειψης ασφάλισης Περιουσίας & Ατυχημάτων σε αυτές τις χώρες σχετίζεται εν μέρει με την οικονομική προσιτότητα αλλά και, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η EIOPA: 1) με τις υψηλές προσδοκίες ότι οι κυβερνήσεις θα παρέμβουν, 2) με την έλλειψη σαφήνειας στα ασφαλιστικά συμβόλαια σχετικά με το εύρος κάλυψης, 3) με προηγούμενη αρνητική εμπειρία όσον αφορά τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, 4) με πιθανή έλλειψη καναλιών διανομής ασφαλίσεων και 5) με πιθανή έλλειψη ενημέρωσης.
Παρατηρείται, επίσης, η απουσία υποχρεωτικής ασφάλισης περιουσίας σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, αν και αυτό αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. H Morningstar DBRS αναφέρει ως πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ιταλία, όπου όλα τα εγγεγραμμένα στη χώρα νομικά πρόσωπα υποχρεούνται από τις 31 Μαρτίου 2025 να διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη για πλημμύρες, σεισμούς και κατολισθήσεις, με πλήρη εφαρμογή έως τις αρχές του 2026.
Μια πιο σφαιρική ματιά δείχνει, επίσης, την ανισότητα στην ασφαλιστική κάλυψη μεταξύ των ηπείρων. Σύμφωνα με την έκθεση Climate and Catastrophe Insight της Aon, στις ΗΠΑ καταγράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των παγκόσμιων ασφαλισμένων ζημιών από φυσικές καταστροφές το 2024 (78% του συνόλου)· στην περιοχή της Ασίας – Ειρηνικού ένα χαμηλό 3%, ενώ στην Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική το 13%, με τη συντριπτική πλειοψηφία να αφορά την Ευρώπη. Το 2024 καταγράφηκαν σημαντικές καταστροφές στη Γερμανία, την Κεντρική Ευρώπη και την Ισπανία. Αντίθετα, οι ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές στην Αφρική ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, παρά το γεγονός ότι η ήπειρος επηρεάζεται από την κλιματική αλλαγή και κατέγραψε υψηλό αριθμό θανάτων μετά από εποχικές πλημμύρες το 2024, σύμφωνα με την Aon.
Κλιματικό κόστος: Ανεπαρκής η καταγραφή των οικονομικών απωλειών
Όπως επισημαίνει η Morningstar DBRS, όταν η EIOPA υπολογίζει τις οικονομικές απώλειες, λαμβάνει υπόψη τους κύριους κινδύνους σε 30 ευρωπαϊκές χώρες: παράκτιες πλημμύρες, καταιγίδες, πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμούς. Αυτό σημαίνει ότι ο υπολογισμός των οικονομικών απωλειών αποκλείει άλλους κινδύνους που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα οι καύσωνες. Το ίδιο συμβαίνει όταν άλλοι ασφαλιστικοί φορείς εκτιμούν οικονομικές απώλειες· περιορίζονται σε έναν επιλεγμένο αριθμό κινδύνων.
Επιπλέον, δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό ο υπολογισμός των οικονομικών απωλειών λαμβάνει υπόψη τον έμμεσο αντίκτυπο ενός έντονου καιρικού φαινομένου, όπως, για παράδειγμα, τον αρνητικό αντίκτυπο των πλημμυρών στις αποτιμήσεις ακινήτων, τη δανειοδότηση ή την παραγωγικότητα. Ομοίως, δεν είναι σαφές εάν οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού, οι χαμηλότερες γεωργικές αποδόσεις, οι απώλειες θέσεων εργασίας και οι πτωχεύσεις, λόγω της αυξανόμενης σοβαρότητας και συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων, λαμβάνονται επαρκώς υπόψη κατά τον υπολογισμό των οικονομικών απωλειών. Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, αναμένεται ότι οι αποτιμήσεις των κατοικιών θα αντικατοπτρίζουν όλο και περισσότερο ανησυχίες για πλημμύρες ή πυρκαγιές. Η αλυσίδα εφοδιασμού φυσικών πόρων μπορεί επίσης να επηρεαστεί σοβαρά (ο γεωργικός τομέας και τα σούπερ μάρκετ, οι πρώτες ύλες για την κλωστοϋφαντουργία κ.λπ.).
Βέβαια, οι οικονομικές απώλειες δεν αντικατοπτρίζουν τους λεγόμενους φυσικούς κινδύνους βραδείας εξέλιξης, που είναι λιγότερο απτοί. Τέτοιοι κίνδυνοι είναι: η άνοδος της θερμοκρασίας των θαλασσών, που επηρεάζει τα οικοσυστήματα και τις συναφείς βιομηχανίες· η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, που επηρεάζει τις παράκτιες δραστηριότητες ή τις αστικές περιοχές δίπλα στη θάλασσα· η έλλειψη γλυκού νερού, που προκαλεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία, επισιτιστική ανασφάλεια, γεωπολιτικές συγκρούσεις· οι αλλαγές στην κατανομή των βροχοπτώσεων, που επηρεάζουν τον γεωργικό τομέα αλλά και τις βιομηχανίες που καταναλώνουν πολύ νερό. Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη ή με κατολισθήσεις.
Ένα απλό παράδειγμα είναι ο χειμερινός τουρισμός. Τα χιονοδρομικά κέντρα χαμηλού υψομέτρου αντιμετωπίζουν ήδη τις μακροπρόθεσμες μεταβολές στα κλιματικά μοτίβα, καθώς είτε δεν υπάρχει αρκετό χιόνι (κάτι που σε ορισμένα μέρη ήταν αδιανόητο πριν από μια δεκαετία) είτε η σεζόν γίνεται σχετικά σύντομη. Η απώλεια εσόδων και οι προκλήσεις που προκύπτουν από την προσαρμογή των επιχειρηματικών μοντέλων δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι απίθανο να μετριαστούν από την ασφάλιση, όπως εκτιμά η Morningstar DBRS.
Από την άλλη πλευρά, η Γροιλανδία χρησιμεύει ως παράδειγμα οικονομικού οφέλους. Η επιταχυνόμενη τήξη του καλύμματος πάγου είναι ένα γεγονός βραδείας εξέλιξης, που προκύπτει από την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ως αποτέλεσμα, τεράστια κοιτάσματα σπάνιων γαιών σε αυτήν την τοποθεσία θα είναι ολοένα και πιο προσβάσιμα τις επόμενες δεκαετίες, αναδιαμορφώνοντας αναμφισβήτητα τα γεωπολιτικά σύνορα. Η πιθανή απελευθέρωση αυτών των κοιτασμάτων προσφέρει μια ευκαιρία να χαλαρώσει ο τρέχων έλεγχος της Κίνας σε αυτό το είδος πρώτων υλών, που είναι το κλειδί για τις αλυσίδες εφοδιασμού τεχνολογίας.
Ασφαλισμένες ζημιές: Συνάρτηση κάλυψης και underwriting
Δεν ασφαλίζονται απαραίτητα όλα τα συμβάντα που σχετίζονται με καιρικά φαινόμενα από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Ορισμένοι κίνδυνοι ενδέχεται να καλύπτονται από εθνικά ασφαλιστικά προγράμματα φυσικών καταστροφών, όπως το Consorcio de Compensación de Seguros στην Ισπανία1, και όχι από τον ιδιωτικό τομέα.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, για την αξιολόγηση και την αναδοχή του κινδύνου, χρησιμοποιούν συνήθως καταστροφικά μοντέλα. Για να απαντήσουν στους κινδύνους που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, προσαρμόζουν τακτικά αυτά τα μοντέλα με βάση την πιο πρόσφατη εμπειρία ζημιών και τα επιστημονικά ευρήματα. Αυτές οι προσαρμογές συμβαίνουν ταυτόχρονα και με άλλους παράγοντες που συμβάλλουν στις ζημιές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρξει περαιτέρω αποσύνδεση μεταξύ του πραγματικού μεγέθους του κινδύνου και των αναφερόμενων ασφαλισμένων ζημιών. Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, αυτή η απόκλιση θα αυξηθεί όσο εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή.
Καθώς ο κίνδυνος αυξάνεται και εφόσον αξιολογηθεί ως πολύ υψηλός, οι ασφαλιστές είτε αυξάνουν τις τιμές (δημιουργώντας πιθανά προβλήματα προσιτότητας ή διαθεσιμότητας σε περιοχές με ρυθμιζόμενα από το κράτος ασφάλιστρα, όπως η Καλιφόρνια) είτε αποσύρονται από περιοχές υψηλού κινδύνου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ασφάλιση κατοικιών· σε περιοχές όπου η συχνότητα και η ένταση των ακραίων καιρικών φαινομένων έχουν επιδεινωθεί, η ιδιωτική ασφάλιση καθίσταται πλέον ασύμφορη ή μη διαθέσιμη, όπως στην Καλιφόρνια.
Για τη μείωση των οικονομικών επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η EIOPA είχαν προτείνει από κοινού, τον Δεκέμβριο του 2024, τη συμμετοχή τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα σε μια πιθανή λύση σε επίπεδο ΕΕ, που θα περιλαμβάνει ένα σύστημα αντασφάλισης και ένα Ταμείο για τις καταστροφές. Ωστόσο, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η εν λόγω πρόταση για την κάλυψη του κενού ασφαλιστικής προστασίας είναι ασαφής, καθώς δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Αυξάνονται οι ασφαλισμένες ζημιές
Στο μεταξύ οι ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές αυξάνονται παγκοσμίως. Σύμφωνα με τη Swiss Re, ο ετήσιος ρυθμός αύξησής τους, επί του παρόντος, κυμαίνεται από 5% έως 7% σε πραγματικούς όρους. Συνολικά, οι ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές ανήλθαν στα $137 δισ. το 2024 και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα $107 δισ. το 2025, κυρίως λόγω των πυρκαγιών του Λος Άντζελες και των σοβαρών καταιγίδων μεταφοράς στις ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, οι συνολικές οικονομικές ζημιές από φυσικές καταστροφές ανήλθαν σε $318 δισ. το 2024, ήτοι περίπου το 0,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτές οι ζημιές είναι υψηλότερες από τον δεκαετή μέσο όρο 0,26% του παγκόσμιου ΑΕΠ, δείχνοντας, επίσης, μια αυξητική τάση. Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, οι περισσότερες ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές και η αύξησή τους σχετίζονται με καιρικά φαινόμενα.
Τo διάγραμμα 2 & το διάγραμμα 3 δείχνουν την αυξητική τάση των ασφαλισμένων ζημιών, με τρεις κορυφαίες ασφαλισμένες ζημιές σωρευτικά να ξεχωρίζουν ως βασικοί παράγοντες σε σύγκριση με άλλους κινδύνους: τροπικοί κυκλώνες, σοβαρές καταιγίδες και πλημμύρες. Οι πυρκαγιές παρουσιάζουν, επίσης, σαφώς ανοδική τάση από το 2020, αλλά οι ασφαλισμένες ζημιές είναι χαμηλότερες από εκείνες άλλων κινδύνων, όπως η ξηρασία ή τα ακραία καιρικά φαινόμενα τον χειμώνα.


Η αυξανόμενη αξία των ακινήτων σε περιοχές εκτεθειμένες σε κινδύνους είναι αναπόσπαστο μέρος των εκτιμήσεων των ασφαλιστών. Επιπλέον, παρατηρείται ότι το μέγεθος των οικονομικών απωλειών, όπως το κόστος της κλιματικής αλλαγής, εξαρτάται από τις έγκαιρες προειδοποιήσεις, την πρόγνωση του καιρού, τη διαχείριση κρίσεων και την ετοιμότητα απέναντι στις καταστροφές, τα οποία μπορούν να βελτιωθούν, καθώς αυξάνεται η ευαισθητοποίηση.
Όπου η ασφαλιστική κάλυψη είναι χαμηλή, η αύξηση των ασφαλισμένων ζημιών θα μπορούσε να εξηγηθεί από την αύξηση των ασφαλισμένων κινδύνων. Ωστόσο, σε περιοχές με μεγάλη ασφαλιστική διείσδυση, όπως οι ΗΠΑ, οι ασφαλισμένες ζημιές που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες αυξάνονται (όπως και οι οικονομικές ζημιές). Σύμφωνα με την Aon, στις ΗΠΑ, οι ασφαλισμένες ζημιές υπερέβησαν κατά πολύ τόσο τον μέσο όρο όσο και τον διάμεσο των ασφαλισμένων ζημιών κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Το 2024, οι οικονομικές ζημιές ανήλθαν στα $218 δισ. (διπλάσια από τον μέσο όρο των $109 δισ.) και οι ασφαλισμένες ζημιές σε $113 δισ. (σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο των $58 δισ.).
Παρά τις προαναφερθείσες κοινωνικοοικονομικές μεταβλητές, αυτή η απότομη αύξηση υποδηλώνει πιθανώς ότι το κόστος της κλιματικής αλλαγής αυξάνεται, σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εξέλιξη των ασφαλισμένων ζημιών από καιρικά φαινόμενα σε περιοχές με υψηλή ασφαλιστική κάλυψη είναι πιθανώς ένας χρήσιμος δείκτης, για την παρακολούθηση της τάσης όσον αφορά το κόστος της κλιματικής αλλαγής.
ΟΡΙΣΜΟΙ
Κόστος κλιματικής αλλαγής
Στο σχόλιο της Morningstar DBRS, το κόστος κλιματικής αλλαγής περιλαμβάνει τον φυσικό κλιματικό κίνδυνο, αλλά όχι το κόστος μετάβασης.
Στους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους περιλαμβάνονται:
1) Οι έντονοι φυσικοί κίνδυνοι, δηλαδή, πιο σοβαρά και συχνά ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής αλλαγής, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές, τυφώνες, κυκλώνες κ.λπ. και
2) Οι φυσικοί κίνδυνοι βραδείας εξέλιξης, δηλαδή κίνδυνοι που προκύπτουν από μακροπρόθεσμη μεταβολή των κλιματικών συνθηκών (κατολισθήσεις, άνοδος της στάθμης και της θερμοκρασίας της θάλασσας κ.λπ.).
- Η Morningstar DBRS είχε αναφερθεί σε σχόλιό της, στις 31 Οκτωβρίου 2024, στον αντίκτυπο για τις ασφαλιστικές εταιρείες των έντονων καιρικών φαινομένων που είχαν πλήξει την Ισπανία εκείνο το διάστημα και στον ρόλο του Consorcio de Compensación de Seguros. ↩︎
Ακολουθήστε την ασφαλιστική αγορά στο Google News








