Άρθρα

Πώς βλέπει το προσφυγικό ζήτημα η ασφαλιστική βιομηχανία;

Άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις για το προσφυγικό ζήτημα και τη μετανάστευση εκφράζει o Δ/νων Σύμβουλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. της Munich Re στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Der Spiegel, στις 2 Νοεμβρίου.
Ο κ. Nikolaus von Bomhard κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι το σημερινό κύμα των προσφύγων θα αυξηθεί περαιτέρω εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η Γερμανία χρειάζεται τη μετανάστευση: «Η εναλλακτική λύση είναι ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο σε μεσοπρόθεσμη βάση. Αυτή είναι μια αλήθεια που πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια, και οι ηγέτες μας έχουν αποτύχει να το πράξουν και τώρα και στο παρελθόν», επισημαίνει.

Nikolaus von Bomhard, CEO & Πρόεδρος ΔΣ της Munich Re:

  • Η μετανάστευση θα λύσει μέρος του δημογραφικού προβλήματος
  • H κλιματική αλλαγή θα ξεριζώσει ακόμα περισσότερους ανθρώπους

Ο κ. von Bomhard θεωρεί ότι η Γερμανία είναι σε θέση να χειριστεί αυτήν την εισροή των προσφύγων, η οποία στην πραγματικότητα δεν θα ξεπεράσει τους 600.000 ανθρώπους, για φέτος (μόνο στο 40% των εισερχομένων χορηγείται άσυλο, τη στιγμή που αναμένεται να εισέλθουν 1,5 εκατ.). «Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ενενήντα δεχτήκαμε περισσότερους από 400.000 πρόσφυγες», επισημαίνει, για να προσθέσει, ωστόσο, ότι «εάν η ροή συνεχιστεί για χρόνια, θα πρέπει να υπάρξουν όρια, τόσο οικονομικά όσο και σε σχέση με την κοινωνική βούληση για την ενσωμάτωση».

Ο Δ/νων Σύμβουλος της Munich Re συμφωνεί με τους οικονομολόγους που θεωρούν ότι το προσφυγικό κύμα μπορεί να δώσει μια βραχυπρόθεσμη ώθηση, που θα τονώσει τη γερμανική οικονομία. «Θα μπορούσαμε να επιτύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με την επένδυση των χρημάτων αλλού. Είτε έτσι είτε αλλιώς, τα χρήματα που θα δαπανηθούν δεν θα είναι μια χαμένη επένδυση», αλλά το πιο σημαντικό όφελος από την εισροή είναι ότι «θα λύσει μέρος του δημογραφικού προβλήματος και μπορεί να μας βοηθήσει να εξασφαλίσουμε το βιοτικό μας επίπεδο σε βάθος χρόνου. Από την άποψη αυτή, ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η επιτυχής ένταξη», τονίζει.

Εξίσου σημαντική, προκειμένου να τεθεί άμεσα η προσφυγική κρίση υπό έλεγχο, θεωρεί τη διαφάνεια: «Πρέπει να πούμε στους ανθρώπους που φθάνουν τι προοπτικές μπορούν να έχουν ή να μην έχουν εδώ. Από την άλλη, οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές στους Γερμανούς τι δικαιούνται και τι όχι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, και ποιοι μπορούν ή δεν μπορούν να απελαθούν». Αν διαλυθούν οι αβεβαιότητες που προκύπτουν από την έλλειψη τέτοιου είδους πληροφοριών, «αυτό θα εξαλείψει, επίσης, το πρόσφορο έδαφος που βρίσκουν ορισμένα ριζοσπαστικά κινήματα, τα οποία επί του παρόντος επωφελούνται από αυτόν τον διάχυτο φόβο μεταξύ του πληθυσμού», προσθέτει.

Χαρακτηρίζοντας ως χάος όλα όσα συμβαίνουν σήμερα, ο κ. von Bomhard υποστηρίζει «έναν μεταναστευτικό νόμο που θα καθορίζει πόσοι άνθρωποι μπορούν να εισέλθουν σε μια χώρα, και ποια επαγγελματικά προσόντα και γλωσσικές δεξιότητες χρειάζεται να έχουν. Οι υποψήφιοι θα μπορούσαν στη συνέχεια να κάνουν αίτηση από τις χώρες προέλευσής τους, αντί να προσπαθούν να μπουν από μόνοι τους λαθραία στην Ευρώπη», τονίζει.

Άλλωστε, η βιομηχανία στη Γερμανία βλέπει θετικά την εισροή μεταναστών. Όπως επισημαίνει ο κ. von Bomhard: «Η βιομηχανία υπήρξε εξαιρετικά δεκτική μέχρι σήμερα. Και δεν είναι να απορεί κανείς, δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή έχουμε 600.000 θέσεις εργασίας ανοιχτές: χρειαζόμαστε εργατικό δυναμικό. Η βιομηχανία θέλει να αναλάβει το μερίδιο που της αναλογεί στην αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων. Αλλά η ενσωμάτωση και η εκπαίδευση των προσφύγων απαιτεί χρόνο και χρήμα», προσθέτει.

Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι, βεβαίως, η στέγαση όλων αυτών των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλές κενές κατοικίες στη Γερμανία –απλά δεν βρίσκονται σε μεγάλες πόλεις, όπως το Μόναχο, το Αμβούργο ή το Βερολίνο. Ο κ. von Bomhard θεωρεί ότι αυτό είναι καθήκον της κυβέρνησης. πιστεύει, ωστόσο, ότι «τα θεσμικά όργανα της Γερμανίας δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένα», παρόλο που «η ροή των προσφύγων δεν πραγματοποιήθηκε εν μία νυκτί».

Η κλιματική αλλαγή
Ο κ. von Bomhard προειδοποιεί ότι ο αριθμός των προσφύγων θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον, όχι μόνο εξαιτίας των πολέμων, της τρομοκρατίας ή γιατί αναζητούν καλύτερο οικονομικό μέλλον, αλλά και ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. «Φοβάμαι ότι αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου», επισημαίνει. «Υπάρχουν ήδη περίπου 60 εκατομμύρια πρόσφυγες υπό διαμετακόμιση σε όλο τον κόσμο. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί, εάν δεν περιορίσουμε την αύξηση του αριθμού των συγκρούσεων σε τόσες πολλές χώρες και η αλλαγή του κλίματος εξακολουθήσει να αναπτύσσεται. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να γίνει ο κύριος παράγοντας πίσω από τις μετακινήσεις του μέλλοντος».

Ήδη, «τα ακραία καιρικά φαινόμενα βάζουν τους φυσικούς πόρους σε κίνδυνο. Για παράδειγμα, η ξηρασία στην Αφρική προκαλεί πείνα και μετανάστευση. Άλλες χώρες με χαμηλές και πυκνοκατοικημένες ακτές, όπως το Μπανγκλαντές, απειλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Επίσης, οι επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος, όπως είναι οι συχνότερες ελλείψεις νερού, θα γίνουν αισθητές και στην Ευρώπη. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τη νότια Γαλλία, την Ισπανία ή την Ιταλία. Οι περιοχές αυτές θα δουν, επίσης, εκτοπισμούς/μετατοπίσεις/μετακινήσεις».

Οι ασφαλιστές σε καμία περίπτωση δεν ζωγραφίζουν με πολύ ζοφερά χρώματα τον κίνδυνο από την κλιματική αλλαγή, γιατί έχουν έννομο συμφέρον, όπως συχνά τους καταλογίζουν. «Οι σοβαρές ζημιές που προκλήθηκαν από φυσικές καταστροφές είναι πραγματικές και μετρήσιμες. Σε γενικές γραμμές, τα πράγματα βαίνουν, περισσότερο ή λιγότερο, όπως περιμέναμε, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη χειρότερα. Και για να ανταποκριθούμε στην επιβάρυνση: πρέπει να προωθήσουμε την πρόληψη των κινδύνων για τα επόμενα χρόνια. Θέλουμε να δούμε τους κινδύνους να μειώνονται και όχι να γίνονται πιο σοβαροί», λέει ο κ. von Bomhard, τονίζοντας παράλληλα ότι οι κίνδυνοι αυτοί σε καμία περίπτωση δεν απειλούν την ύπαρξη του ασφαλιστικού κλάδου: «Ως ασφαλιστές, δεν είμαστε καν κοντά στο να φτάσουμε τα όριά μας όσον αφορά το capacity που διαθέτουμε. Για παράδειγμα, μεγάλα τμήματα της Ασίας εξακολουθούν να είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ανασφάλιστα απέναντι σε ζημιές που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι «η ζήτηση για ασφάλιση από φυσικές καταστροφές αυξάνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι οι προσφορές για την κάλυψη των κινδύνων αυτών. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η τιμολόγηση είναι σήμερα υπό πίεση».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «μια παγκόσμια συμφωνία για το κλίμα με δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα θα περιορίσει τις μελλοντικές μεταναστεύσεις προς την Ευρώπη πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι οι νέοι συνοριακοί φράχτες ή περισσότερες περιπολίες σκαφών στη Μεσόγειο». Για τον λόγο αυτόν, η Σύνοδος Κορυφής για το Κλίμα τον Νοέμβριο στο Παρίσι, μπορεί και πρέπει να στείλει ένα θετικό μήνυμα. Για να υπάρξει, όμως, αποτέλεσμα, χρειάζεται οι δεσμεύσεις να μη μείνουν στα χαρτιά.

Το πρόβλημα για το στέλεχος της Munich Re είναι η μυωπία των πολιτικών μας. «Θα πρέπει να αρχίσουν, επιτέλους, να αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της μετανάστευσης, μια από τις οποίες είναι και η κλιματική αλλαγή», υπογραμμίζει, για να προσθέσει ότι, παρόλο που έχουν απομείνει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών, αν ο καθένας μας κάνει μια εξαιρετική προσπάθεια, θα μπορούσαμε ακόμη να επιτύχουμε τον στόχο για μείωση της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς. «Όσο περισσότερο μας πάρει, για να μπούμε σε τροχιά απεξάρτησης από τον άνθρακα, τόσο το επίπεδο ευημερίας μας θα πληγεί, λόγω των απωλειών και του κόστους προσαρμογής», τονίζει.

Τι γίνεται, όμως, με τον επιχειρηματικό τομέα και κυρίως με τη βαριά βιομηχανία, που είναι μία από τις μεγαλύτερες πηγές εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα; Αποφεύγοντας να σχολιάσει το σκάνδαλο της VW, ο κ. von Bomhard ανέφερε ότι «η γερμανική βιομηχανία έχει μια πολύ απτή επιθυμία να κάνει το σωστό. Οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να επενδύουν μαζικά σε καθαρές, νέες τεχνολογίες. Αλλά υπάρχουν και όρια στο τι μπορούν να κάνουν, ειδικά στους ενεργειακούς κλάδους. Από εκεί και πέρα, μια εταιρεία δεν μπορεί πλέον να παραμείνει ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο. Θα χρειαστούν παγκόσμια ανταγωνιστικά πρότυπα στον τομέα αυτόν. Για παράδειγμα, μια ενιαία τιμή διοξειδίου του άνθρακα που θα ισχύει για όλους τους παίκτες της αγοράς».

Οι σχέσεις των ασφαλιστών με τους κλιματικούς παραβάτες
Οι ίδιες οι ασφαλιστικές, ωστόσο, με πρώτη τη Munich Re, αν και δεσμεύονται στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, ασφαλίζουν μερικούς από τους χειρότερους κλιματικούς παραβάτες (βιομηχανίες πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα).

«Δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα τού πώς να αντιμετωπίσουμε τις βιομηχανίες που παράγουν πολύ διοξείδιο του άνθρακα», επισημαίνει ο κ. von Bomhard. «Για παράδειγμα, αν έχουμε ασφαλίσει μια πλατφόρμα πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού, και έτσι αποτρέψουμε να πληγεί από την υποχρέωση να επωμισθεί το κόστος μιας ενδεχόμενης διαρροής, είναι καλό ή κακό;  Όταν ασφαλίζουμε τέτοιους κινδύνους, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι τα πρότυπα διαχείρισης κινδύνου έχουν γίνει αποδεκτά. Και αν παρόλα αυτά συμβεί ένα ατύχημα, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι θα γίνουν όλα όσα πρέπει, για να σφραγιστεί η διαρροή όσο το δυνατόν γρηγορότερα, και θα εξαλείψουμε τη ζημία, χρησιμοποιώντας κεφάλαια που η εν λόγω εταιρεία δεν θα μπορούσε να διαθέσει, ακόμη και να τα είχε στη διάθεσή της».

Από την άλλη, ως επενδυτική υπερδύναμη με ένα χαρτοφυλάκιο που αποτιμάται σε €240 δις, η Munich Re επενδύει σε εταιρείες που κερδίζουν τα χρήματά τους από τα ορυκτά καύσιμα, ωστόσο, «το ποσοστό αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με τις μετοχές μας, δεδομένου ότι έχουμε στην κατοχή μας σχετικά λίγες μετοχές, και τα ομόλογα ανέρχονται σε περίπου 1%», επισημαίνει ο κ. von Bomhard.

Απαντώντας στην ερώτηση, γιατί η Munich Re δεν έχει παραιτηθεί συνολικά από τέτοιες επενδύσεις, δήλωσε: «Εξετάζουμε πολύ προσεκτικά αν αυτό θα είχε νόημα για εμάς. Αυτό που σίγουρα δεν θα κάνουμε, είναι να πάρουμε μια απερίσκεπτη απόφαση μόνο για λόγους δημοσίων σχέσεων», προσθέτοντας δεικτικά: «Κρατικά επενδυτικά ταμεία, που κερδίζουν δισεκατομμύρια από την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου, τώρα ανακηρύσσονται ως πράσινοι πρωτοπόροι, επειδή λένε ότι δεν θα χρηματοδοτούν πλέον τον τομέα των ορυκτών καυσίμων. Εμείς, προσθέτει, αντιμετωπίζουμε το ζήτημα και έχουμε δημιουργήσει μια ομάδα εργασίας για την αξιολόγηση των επενδυτικών μας κριτηρίων με πολύ κριτικό μάτι».

Ο κ. von Bomhard θεωρεί πολύ χρήσιμη την προειδοποίηση του Mark Carney, επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας, για μια πιθανή αναστάτωση στη χρηματιστηριακή αγορά, λόγω του ότι οι βιομηχανίες πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα είναι μαζικά υπερτιμημένες. «Ασφαλώς πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει στις αγορές κεφαλαίων η μείωση των εκπομπών άνθρακα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να δώσουμε καμία βιαστική απάντηση».

 

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας