Άρθρα

Καταγγελία Σύμβασης Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών

Ο κ. Στυλιανός Κόκιος αναλύει τον Σπουδαίο Λόγο & το Βαρύ Παράπτωμα ως λόγους καταγγελίας συμβάσεως ασφαλιστικών διαμεσολαβητών

Ι. Το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1985 περί «Διαμεσολάβησης στις συμβάσεις της ιδιωτικής ασφάλισης…», όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 36 παρ. 8 του Ν. 2496/1997, προβλέπει ότι:

«Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση, στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα». ( Η υπό αίρεση αυτή αξίωση αποζημίωσης, που προβλέπεται στο άρθρο αυτό και της οποίας η υποχρέωση καταβολής ή η στέρησή της εξετάζεται στο παρόν, είναι η «αποζημίωση μετενέργειας», όπως την χαρακτηρίζει ο καθηγητής Λ. Κοτσίρης σε γνωμοδότησή του για τους Συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων –αδημ.– και μάλιστα διακρινόμενη σαφώς από την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται ο Συντονιστής με βάση το άρθρο 9 π.δ. 219/91 και 14 παρ. 4 στ. ν 3557/07 αναλόγως εφαρμοζομένων).

Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων (ΑΠ 105/2012, η οποία αναφέρει και τις ΑΠ 12/2009, 860/2008), καθώς και επί των Συντονιστών Ασφαλιστικών Συμβούλων.

Για τον κλάδο αυτό των διαμεσολαβούντων (τους Συντονιστές) δεν υπήρχε ρύθμιση με τον Νόμο 1569/1085 ( άρθρο 20) και, για πρώτη φορά, νομοθετήθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2170/1993, με το οποίο προστέθηκε και Τρίτη παράγραφος στο άρθρο 20 του ν. 1569/1985, η οποία προέβλεπε: «3. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και για τους συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων».

Όμως από το 1997 με τον νόμο 2496/1997 (άρθρο 36 παρ. 28) προστέθηκε αυτοτελής ρύθμιση (και όχι με παραπομπή) για το θέμα, όμοια με αυτήν που προβλέπεται για τους ασφαλιστικούς πράκτορες. Η διάταξη αυτή, που έχει αριθμηθεί ως παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 1569/1985, προβλέπει ότι: «Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η σύμβαση του συντονιστή με την ασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον συντονιστή για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή  ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση. Δεν οφείλεται προμήθεια αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του συντονιστή, το οποίο συνεπάγεται αστική ή ποινική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του συντονιστή».

ΙΙ. Η απόφαση του Αρείου Πάγου Α΄ Τμήμα με αριθ. 105/2012, ΝοΒ 60, 922, ασχολήθηκε με θέμα τη λύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων και ασφαλιστικής επιχειρήσεως και, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, έκρινε ότι:
«…Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 700 ΑΚ, συνάγεται ότι η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου και του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρεία να καταγγείλει τη σύμβαση καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο, αμοιβή και την επί πλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου ή συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρεία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δ η λ α δ ή  έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή από την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως…».

«…Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία…»,

«…με την ανωτέρω κρίση του για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας …το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον…» και

«Η αντίθετη με… αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας από αυτές αζημίως των συμβάσεών τους με τον αναιρεσείοντα και εγκύρως προέβησαν συνεπώς σε αυτή την καταγγελία…».

ΙΙΙ. Από τις πιο πάνω κρίσεις της αρεοπαγιτικής απόφασης προκύπτει ότι γίνεται εξομοίωση των εννοιών «σπουδαίος λόγος» και «βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστική και ποινική ευθύνη» (ιδία η απόφανσή της ότι «…οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα….. δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο»!) και τούτο εσφαλμένα, αφού οι ανωτέρω έννοιες «σπουδαίος λόγος» και «βαρύ παράπτωμα», αποτελούν δύο διαφορετικές νομικά έννοιες, γνωστές στο Δίκαιο με διαφορετική αντιμετώπιση, προϋποθέσεις και έννομες συνέπειες.

Η νομοθεσία περί ασφαλιστικών διαμεσολαβητών (και δη των πρακτόρων, ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων) σαφέστατα διακρίνει τις δύο ανωτέρω έννοιες, αφού ο πρώτος ειδικός Νόμος 1569/85 για ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές προέβλεπε ότι δεν οφείλεται προμήθεια αν η σύμβαση λύθηκε για σπουδαίο λόγο (χωρίς διευκρίνιση για αστικές ή ποινικές ευθύνες) και δώδεκα χρόνια μετά (ύστερα από επίμονα αιτήματα, απ’ όσο γνωρίζω, των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων των ανωτέρω διαμεσολαβητών) μεταβλήθηκε η πρόβλεψη με τον Ν. 2496/1997 και αντί «σπουδαίου λόγου» ετέθη η πρόβλεψη «βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες», το οποίο μάλιστα, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική  Έκθεση του Νόμου, «ανάγεται στη σφαίρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του πράκτορα» (ΝοΒ 1997 σελ. 599 αριθμός 8). Η ρύθμιση αυτή επιδιώχθηκε (από τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις) και επετεύχθη, με τον σκοπό να καταστούν πιο συγκεκριμένες και δυσχερείς οι περιπτώσεις καταγγελίας, που θα στερούσαν την αποζημίωση του Νόμου στον πράκτορα (Ασφαλιστικό Σύμβουλο και Συντονιστή Ασφαλιστή).

ΙV. Ο Νόμος γνωρίζει και τις δύο έννοιες, ήτοι αυτή του «σπουδαίου λόγου» και, ως ξεχωριστή,  αυτή του «Βαρέως Παραπτώματος».
1. Όπως αναφέρει η Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου στην εμπεριστατωμένη μελέτη της με τίτλο «Ο Σπουδαίος Λόγος για την καταγγελία Διαρκών Συμβάσεων Ορισμένου Χρόνου» (2010):

«Σπουδαίος λόγος για την πρόωρη λύση μιας διαρκούς σύμβασης αποτελούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση καθιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, «μη ανεκτή» (ή εναλλακτικά «υπέρμετρα επαχθή» ή «αδύνατη» ή «αφόρητη» ή «εξαιρετικά δυσχερή») για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης. Ή αλλιώς, κατά την πιο πάνω αναλυτική διατύπωση μιας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης μπορεί να είναι «είτε ένα μεμονωμένο περιστατικό, είτε ένας συνδυασμός περιστατικών που κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τα κριτήρια της καλής πίστης, νοούμενης ως της ευθύτητας που πρέπει να διέπει όλες τις συναλλακτικές σχέσεις και ιδιαίτερα τις σχέσεις των μερών της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά και των συναλλακτικών ηθών, ως των ειθισμένων στις συναλλαγές τρόπων ενέργειας πάλι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης σύμβασης, δεν καθιστούν ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης και συνακόλουθα επιτρέπουν τη λύση της συμβατικής δέσμευσης».

Ακόμα, σύμφωνα με την ίδια συγγραφέα, μια άλλη διατύπωση που εισάγει στον ορισμό και ένα νέο στοιχείο, σπουδαίο λόγο αποτελούν «το περιστατικό ή περιστατικά που καταφέρνουν τόσο σοβαρό πλήγμα στον συμβατικό δεσμό, ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί από αυτόν που τον επικαλείται η διατήρησή του σε ισχύ έως τον χρόνο λήξης του, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Ο παρεμφερής σπουδαίος λόγος είναι το περιστατικό εκείνο που έχει τέτοια σημασία για τη λειτουργία της σύμβασης, ώστε να μη δικαιολογείται κατά την καλή πίστη ο λήπτης της καταγγελίας να αξιώνει τη διατήρησή της» (σελ. 20 επ. όπου και πλουσιότατη νομολογία. Η ανωτέρω εφετειακή απόφαση είναι η ΕφΑθ 149/1990 Αρχ.Ν 1990, 783 – η διατύπωση αφορούσε σε σύμβαση εργασίας).

Κατά δε τον Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο ( ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο σελ. 555), «μπορούμε …. κατά  γενικό τρόπο να ορίσουμε τον «σπουδαίο λόγο» σαν το περιστατικό ή τον συνδυασμό περιστατικών και περιστάσεων, που κρινόμενα αντικειμενικά, σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, καθιστούν μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως για έναν από τους συμβαλλομένους και αδύνατη την εξακολούθηση της συμβατικής του δέσμευσης – Καποδίστριας αρ. 17, Καρακατσάνης Α 273, Αγαλλόπουλος 306, ΑΠ 1168/76 ΕΕΔ 35, 148, 1006/75 ΕΕΔ 35/127».

Τον «σπουδαίο λόγο» γνωρίζει το Δίκαιο σε διάφορες ρυθμίσεις του, π.χ. 672. 766, 725 παρ.1 εδ. β΄, 797 Α.Κ., 44 παρ.1γ και 33 παρ. 2 Ν. 3190/55, Π.Δ 219/91 κ.λπ., στο δίκαιο «περί εμπορικών και αστικών μισθώσεων», θεμελιούμενο στα άρθρα 281, 288, 588, 672, 766 Α.Κ. –βλ. Π. Παρασκευάς «Πρακτική Εμπορικών Μισθώσεων», 2000 σελ. 236-237, όπου σε υποσ. 21 παραπομπές σε θεωρία και νομολογία. Βλ. και Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο, ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο σελ. 554).

2. Βαρύ παράπτωμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει στη λύση μιας σύμβασης υπάρχει όταν:

«1. (υπάρχει) Διαγωγή (πράξη ή παράλειψη) αντικοινωνική. Η διαγωγή δεν είναι ανάγκη να είναι ποινικά κολάσιμη, δεν είναι καν ανάγκη να είναι άδικη, αρκεί με αντικειμενική εκτίμηση να αποδοκιμάζεται από την κοινωνία, να είναι ανήθικη ή κοινωνικά απρεπής. 2. Η αντικοινωνική διαγωγή εκείνου που πράττει ή παραλείπει (πρέπει) α) να οφείλεται σε υπαιτιότητά του και να είναι δυνατόν να καταλογισθεί και β) να στρέφεται «ευθέως» κατά ετέρου (άρθ. 505 ΑΚ «περί ανάκλησης της δωρεάς», κατά το οποίο ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος, πλην των άλλων, φανεί με βαρύ παράπτωμα αχάριστος  –  Φραγκίστας σε ΕρμΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ενοχικό Δίκαιο-Ειδικό Μέρος-τμήμα πρώτο, άρθ. 496-573 κεφ. ιγ’: Δωρεά υπό άρθ. 505 υπό το τίτλο «Βαρύ παράπτωμα ως εκδήλωσις αχαριστίας» αριθμός 2 έως 6, Καράκωστας σε Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο: ΑΚ τόμος ΙΙΙ, Ειδικό Ενοχικό, σελ. 19 υπό το άρθ. 505 ως και άρθ. 1587 ΑΚ., όπου ως λόγος λύσεως της υιοθεσίας προβλέπεται και η αχαριστία, όπως ο λόγος αυτός προστέθηκε με το άρθ. 20 του ν.δ., 4532/1966- Παπαχρίστου σε Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλο: ΑΚ τόμος νΙΙΙ, Οικογενειακό Δίκαιο, 1993 σελ. 404 επ. υπό το άρθρ. 1587 ΑΚ.).Το «βαρύ παράπτωμα», γνωρίζει το Δίκαιο στο άρθ. 505 ΑΚ (ανάκληση Δωρεάς), 1587 ΑΚ (λύση υιοθεσίας).

Κατά την ερμηνεία του βαρέως παραπτώματος ως λόγου αχαριστίας στις περιπτώσεις της δωρεάς και υιοθεσίας, οι  ανωτέρω συγγραφείς επισημαίνουν:

  • «Κατά τις περιστάσεις και αυτή η περιφρονητική διαγωγή του δωρεοδόχου έναντι του δωρητή δύναται να χαρακτηρισθεί ως βαρύ παράπτωμα (Εφ. Πατρ. 131/1959 ΝΔΙΚ 15, 549)».
  • «Η αντικοινωνική αυτή διαγωγή πρέπει να συνιστά παράβαση των κανόνων του δικαίου και των αντιλήψεων που επικρατούν γύρω από την ηθική και την ευπρέπεια (ΑΠ 351/1967 ΝοΒ 15, 1135)».
  • «Δεν αποκλείεται πράξεις οι οποίες καθεαυτές δεν αποτελούν βαρύ παράπτωμα, σε συνδυασμό με άλλες ελαφρότερες ή με το σύνολο των περιστατικών ή των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκαν να αποτελούν βαρύ παράπτωμα ή αντίθετα (βλ. Μπόσδα ΕλλΔνη 5, σελ. 286)».
  • «Το γεγονός ότι η πράξη έγινε κάτω από το κράτος ερεθισμού είναι χωρίς σημασία για τον αποκλεισμό του δικαιώματος ανακλήσεως της δωρεάς. Αν όμως η πράξη αχαριστίας του δωρεοδόχου προκλήθηκε από ερεθισμό, ο οποίος οφείλεται σε υπαιτιότητα του δωρητή, τότε θα εφαρμοσθεί η ΑΚ 300 “περί συντρέχοντος πταίσματος” – Πρ.Αθ.5137/1972 ΝοΒ 20, 1972, (Καράκωστας ως ανωτέρω σελ. 19)

και

  • «Για τούτο και επιβάλλεται τα δικαστήρια να είναι αυστηρά στην κρίση τους για το βαρύ παράπτωμα που αποδεικνύει αχαριστία του θετού τέκνου, δεδομένου ότι η κύρωση στη συγκεκριμένη περίπτωση –η λύση της υιοθεσίας– είναι πολύ πιο σοβαρή και με πολλές ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις, από την ανάκληση της δωρεάς (Παπαχρίστου ως ανωτ. σελ. 405 αριθ. 6)» και τέλος
  • «Αρκεί και διαγωγή ανήθικος ή κοινωνικά απρεπής», «Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη, μήπως το παράπτωμα του δωρεοδόχου προεκλήθη εξ αναρμόστου διαγωγής του δωρητή, ώστε τούτο να μη δύναται να χαρακτηρισθεί ως βαρύ (Φραγκίστας ως ανωτέρω αριθμοί 3, 4)».

V. Στο σημείο αυτό να επισημανθούν και τα εξής:
Α. Κατά την πρόβλεψη της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας δεν αρκεί μόνο το «βαρύ παράπτωμα», αλλά αυτό πρέπει να συνεπάγεται και αστική ή ποινική ευθύνη.

Β. Κατά τον Γ.  Μπαμπινιώτη (Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο 4ος τόμος Ν-Π  σελ. 768) παράπτωμα είναι «σοβαρό σφάλμα (παράβαση νόμου/ηθικού κανόνα κ.λπ.) πειθαρχικό/ηθικό»
και

Γ. Η ανωτέρω αναφερθείσα συγγραφέας Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου, μελετώντας τον Σπουδαίο Λόγο αναφέρεται στην έννοια παράπτωμα (66, 67, 68, 280 κ.λπ., χωρίς να δίνει συγκεκριμένο ορισμό του), για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς, ενέργειας ή παράλειψης, και μόνον («η διάπραξη ενός παραπτώματος σε πολύ σύντομο χρόνο», «το ότι ο αντισυμβαλλόμενος έχει και στο παρελθόν υποπέσει σε παρόμοια παραπτώματα», «μόλις αντιλήφθηκε το παράπτωμά του ο εργαζόμενος…» (Παναγιώτα Σ. Ευστρατίου, ως ανωτ. σελ. 86, 87 και αλλού).

VI. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι:
Oι έννοιες «σπουδαίος λόγος» και «βαρύ παράπτωμα» (που συνεπάγεται «αστικές ή ποινικές ευθύνες», οι οποίες μάλιστα ανάγονται στη σφαίρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του διαμεσολαβητή, κατά την Εισηγητική  Έκθεση), στο δίκαιο της καταγγελίας της Σύμβασης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών (και δη των πράκτορα, ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων) (Ν. 1569/85, όπως ισχύει), δεν ταυτίζονται και είναι διακριτές, διότι:

1) Ο Νομοθέτης σαφέστατα διακρίνει, στην καταγγελία των συμβάσεων των ανωτέρω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τον «σπουδαίο λόγο» από το «βαρύ παράπτωμα», ως λόγο καταγγελίας, αφού η μία έννοια (βαρύ παράπτωμα) το 1997 αντικατέστησε την άλλη του Νόμου του 1985 (σπουδαίο λόγο) και προφανώς όταν το 1997 θεσμοθετήθηκε το «βαρύ παράπτωμα» ο Νομοθέτης δεν ήθελε να επαναλάβει την ίδια πρόβλεψη με «άλλα λόγια», αλλά ήθελε κάτι άλλο.

2) Η Νομοθεσία μας γνωρίζει και προβλέπει σε διάφορες έννομες σχέσεις και τον σπουδαίο λόγο και το βαρύ παράπτωμα ως διαφορετικές έννοιες.

3) Ο «σπουδαίος λόγος» είναι ευρύτερη έννοια από αυτή του «βαρέως παραπτώματος που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες», αφού:
α) στον ορισμό του σπουδαίου λόγου γίνεται αναφορά σε «περιστατικά», που έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι σε γεγονότα που είναι δυνατόν:

είτε να αποδοθούν σε συμπεριφορά/διαγωγή προσώπου τινός (στην εξεταζόμενη υπόθεση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή)
(π.χ. όπως αναφέρει η ανωτέρω απόφαση του ΑΠ 105/2012, που εξετάζει σπουδαίο λόγο καταγγελίας σε συμβάσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με την ασφαλιστική εταιρεία, αποδίδονται σε συμπεριφορά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή για να κριθούν αν πρόκειται για σπουδαίο τα εξής:

  • «ανάρμοστη και βλαπτική συμπεριφορά για τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων των»,
  • «η παραβίαση των εμπορικών συναλλακτικών ηθών και η επίδειξη απαράδεκτης επαγγελματικής συμπεριφοράς»,
  • «η παραβίαση των εμπορικών συναλλακτικών ηθών και την πρακτική των τραπεζικών και γενικών των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά» κ.λπ., κ.λπ. και
  • «συνεπώς, με τα ανωτέρω, εφόσον… επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία…»)

είτε δεν έχουν σχέση με τη συμπεριφορά/διαγωγή του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η καταγγελία (του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή) ή ακόμα και με συμπεριφορά τρίτου.
(π.χ. αποτελούν σπουδαίο λόγο και γεγονότα που δεν προέρχονται και δεν αφορούν κανένα από τους δύο αντισυμβαλλομένους, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι δημιουργούν κατάσταση που δεν επιτρέπει τη συνέχιση της συμβάσεως για τον καταγγέλλοντα (βλ. Αγραφιώτη σε Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλο Α.Κ. τόμος ΙΙΙ Ενοχικό δίκαιο σελ. 555 υπό το άρθρο 672 ΑΚ όπου παραπέμπει και σε Αγαλλόπουλο και Καποδίστρια και Λιακόπουλο σε ιδίους ως ανωτ. σε τόμο IV Ειδικό Ενοχικό σελ. 71 όπου αναφέρεται ότι «συστηματικά σπουδαίους λόγους μπορεί να συνιστούν είτε……..  είτε περιστατικά χειραφετημένα οποιασδήποτε προσωπικής συνδέσεως (π.χ. κακή πορεία των εργασιών της εταιρείας) αναγόμενα είτε στον κύκλο της δραστηριότητας της εταιρείας είτε εκτός αυτού (βλ. Ν. Ρόκα Εμπ Εταιρίαι σ, 69, Γεωργακόπουλος Ι σ. 397-398, Καυκά αρθρ. 766 παρ. 3 σ. 146 όπου και περιπτωσιολογία)», ενώ επίσης η κακή πορεία των εργασιών μιας εταιρείας, που είναι σπουδαίος λόγος καταγγελίας της, μπορεί να οφείλεται σε γεγονότα πέρα από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και τους εταίρους της, όπως προβλήματα οικονομικής ή τραπεζικής κρίσης ή πτώχευσης πελατών της ή/και προμηθευτών της κ.λπ., ενώ επίσης η έντονη διαταραχή των σχέσεων μεταξύ των εταίρων, που είναι επίσης σπουδαίος λόγος καταγγελίας της εταιρείας, μπορεί να οφείλεται σε γεγονότα πέρα από τους εταίρους, π.χ. κακές σχέσεις συγγενών τους με αντίκτυπο σ’ αυτούς, παρεξηγήσεις και προβλήματα σε οικογενειακό και όχι εταιρικό επίπεδο, ενώ τέλος, σπουδαίοι λόγοι για την καταγγελία μπορεί να είναι και ανυπαίτιοι λόγοι ως η στράτευση, η ασθένεια εταίρου κ.λπ., βλ. Ελ. Λεβαντή Το Δίκαιο των Εμπορικών Εταιρειών τόμος πέμπτος περί ΕΠΕ 1990 σελ. 2094)

ενώ
β. στον ορισμό του βαρέως παραπτώματος γίνεται πάντα αναφορά σε συμπεριφορά/διαγωγή συγκεκριμένου προσώπου (και στην ασφαλιστική νομοθεσία του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή).

4) Για τη στοιχειοθέτηση του «βαρέως παραπτώματος» απαιτείται να υπάρχει συμπεριφορά/διαγωγή (πράξη ή παράλειψη) αντικοινωνική/ανήθικος [και μάλιστα ακόμα περισσότερο, για το ισχυρό και νόμιμο της στέρησης της εκ του Νόμου αποζημίωσης, στη καταγγελία της σύμβασης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή η αντικοινωνική/ανήθικος αυτή συμπεριφορά/διαγωγή (πράξη ή παράλειψη) πρέπει να συνεπάγεται και αστικές ή ποινικές ευθύνες],
ενώ
για τη στοιχειοθέτηση του «σπουδαίου λόγου» δεν απαιτείται η συμπεριφορά/ διαγωγή (πράξη ή παράλειψη) να είναι αντικοινωνική/ανήθικος [και μάλιστα ακόμα περισσότερο μπορεί να μην υπάρχει καν συμπεριφορά/διαγωγή] (βλέπε ανωτέρω υπό IV και VI 3).

5) Θεωρώ ότι η διάταξη του Ν. 1569/85 – όπως ισχύει, περί στερήσεως της προμήθειας των τριών ετών, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με την ασφαλιστική εταιρεία, είναι δημόσιας τάξης, καθόσον αφορά το ελάχιστο της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής στη λύση της σύμβασής του με καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία.

Ούτω δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συμβατική παραίτηση από το δικαίωμά του να αξιώσει την αποζημίωση αυτή, από μέρους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και αν υπάρξει αυτή θα είναι άκυρος, ενώ αντίθετα μπορεί να συμφωνηθεί, και να είναι έγκυρη, αποζημίωση για μεγαλύτερο χρόνο της τριετίας αλλά και για όταν υπάρχει βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται αστικές ή ποινικές ευθύνες ή ακόμα και για όταν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή.

Κατά τα ανωτέρω:
Σε περίπτωση καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία της σύμβασης με τον ασφαλιστικό της διαμεσολαβητή για σπουδαίο λόγο, ούτος δικαιούται να αξιώσει και η εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλλει την κατά Νόμο προβλεπόμενη προμήθεια (αποζημίωση «μετενέργειας»)

ενώ

αντίθετα στέρηση της προβλεπόμενης αποζημίωσης, με την έννοια της μη υποχρέωσης καταβολής της από την ασφαλιστική εταιρεία, θα υπάρξει μόνο (πέρα από την προβλεπόμενη από τον Νόμο- άρθρο 4 παρ. 4 και 20 παρ. 3 Νόμου 1569/1985 όπως ισχύει στέρηση σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με πρωτοβουλία του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή) όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής υποπέσει σε «βαρύ παράπτωμα που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη» και όχι αν μόνον επιδείξει συμπεριφορά, που αποτελεί μεν σπουδαίο λόγο ή παράβαση συμφωνημένων τυχόν ρητρών της σύμβασης (έστω ουσιωδών), οι οποίες ρήτρες δεν αποτελούν όμως βαρύ παράπτωμα και σε πολλές περιπτώσεις δεν αποτελούν ούτε καν σπουδαίο λόγο, όπως αυτός ορίζεται.

Να σημειωθεί ότι συνήθης είναι ρήτρα στις συμβάσεις των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών με την ασφαλιστική εταιρεία, κατά την οποία «όλοι οι όροι της παρούσας σύμβασης είναι και συμφωνούνται ουσιώδεις, τυχόν δε παραβίασή τους δίδει το δικαίωμα στην εταιρεία να καταγγείλει την παρούσα για σπουδαίο λόγο», αναγορευομένων ούτω συμβατικά ως σπουδαίων λόγων όλων των προβλέψεων της σύμβασης (προβλέψεις που προφανώς δεν είναι όλες σπουδαίοι λόγοι, όπως αυτός ορίζεται)

(επίσης να σημειωθεί ότι τέτοιος όρος είναι συνήθης και στις συμβάσεις μισθώσεως, όπου διατυπώνεται ως εξής: «Η παράβαση οποιουδήποτε των όρων της παρούσης μισθώσεως εκ μέρους της μισθώτριας, που θεωρούνται όλοι ΟΥΣΙΩΔΕΙΣ ……..παρέχει στην εκμισθώτρια το δικαίωμα να καταγγείλει-λύσει την παρούσα μίσθωση…»).

6) Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες όταν εξετάζουν τον λόγο καταγγελίας μιας σύμβασης ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό να κρίνουν αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δικαιούται ή μη την αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 1569/1985 – ως ισχύει («αποζημίωση μετενέργειας»), θα πρέπει να εξετάζουν και αποφαίνονται όχι μόνον αν τα πραγματικά περιστατικά αποτελούν βαρύ παράπτωμα αλλά και αν συνεπάγονται την ποινική ή αστική ευθύνη του καταγγελλόμενου, άλλως στερούνται αιτιολογίας.   


* Ο Στυλιανός Χ. Κόκιος είναι Δικηγόρος παρ. Αρείω Πάγω, D.E.S Πανεπιστημίου Παρισίων ΙΙ, C.E.S.F Κολλεγίου Αόστας Ιταλίας, Νομικός Σύμβουλος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Συντονιστών Ασφαλιστικών Συμβούλων και Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη μεταφορά στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας Περί Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (Π.Δ  190/2006).

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας